Now Reading
Αύγουστος 1996: Δεν ξεχνώ!

Αύγουστος 1996: Δεν ξεχνώ!

Το καλοκαίρι του 1996, συμπληρώνονταν 22 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Αύγουστος εκείνου του έτους ήταν ο τραγικός μήνας που ποτίστηκε με αίμα το χώμα της Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εκεί δηλαδή που εν καιρώ ειρήνης και με διαφορά τριών ημερών έχασαν την ζωή τους ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού, δύο παλικάρια που είχαν μάλιστα και συγγενική σχέση μεταξύ τους.

Δολοφόνοι, Τούρκοι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και πολίτες, καθώς και μέλη της οργάνωσης των «Γκρίζων Λύκων», γνωστού τουρκικού παρακρατικού μηχανισμού, όλοι τους ατιμώρητοι μέχρι και σήμερα και με την συγκάλυψη της Τουρκίας, που άλλωστε μαζί με το ψευδοκράτος «δορυφόρο» της, την αυτοαποκαλούμενη ΤΔΒΚ, τουλάχιστον σε κρατικό επίπεδο είναι απολύτως ένοχη.

Ήταν 2 Αυγούστου όταν ξεκίνησε, με πρωτοβουλία της Κυπριακής Ομοσπονδίας Μοτοσυκλέττας, η πανευρωπαϊκή πορεία μοτοσικλετιστών από την Πύλη του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο της Γερμανίας με τελικό προορισμό την Κερύνεια της Κύπρου στις 14 του ίδιου μήνα. Έναν χρόνο πριν, στις 6 Αυγούστου του 1995, είχε πραγματοποιηθεί από την ίδια ομοσπονδία, μηχανοκίνητη πορεία κατά της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο και η μεγάλη δυναμική που είχε – όπως και η πρώτη που διεξήχθη στις 26 Ιουλίου του 1993 – της έδωσε την ιδέα για μία ευρύτερη διαδήλωση με συμμετοχή πολιτών και από αλλά κράτη και έτσι την επόμενη χρονιά έγινε η έκκληση στην Πανευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μοτοσυκλετιστών.

Στις 8 Μαρτίου του 1996 σε δημοσιογραφική τηλεδιάσκεψη έγινε η εξαγγελία για την μεγάλη πανευρωπαϊκή πορεία που ανακοινώθηκε πως θα πραγματοποιηθεί 2-11 Αυγούστου. Επιλέχτηκε, λοιπόν, ως αφετηρία συμβολικά το Βερολίνο αφού το μήνυμα ήταν πως μετά και την πολυπόθητη πτώση του Τείχους της γερμανικής πόλης, καιρός ήταν να πέσει και το τελευταίο ευρωπαϊκό τείχος που διχοτομεί μια πρωτεύουσα, την Λευκωσία, αλλά και γενικά ολόκληρη την νήσο της Κύπρου.

Η κατεχόμενη Κερύνεια ορίστηκε ως τερματισμός συμβολικά και αυτή, αφού από εκεί ξεκίνησε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Η ελεύθερη μετακίνηση παντού και ο αντικατοχικός χαρακτήρας ήταν βασικά μηνύματα, ενώ η επαναφορά στην επικαιρότητα του κυπριακού ζητήματος και η περαιτέρω διεθνής γνωστοποίησή του ήταν δεδομένα.

Η μαραθώνια αυτή πορεία ήταν εξ αρχής δύσκολη και κουραστική, ιδιαίτερα για όσους ξεκίνησαν από την αρχή της, ενώ στο διάβα της συνάντησε διάφορα εμπόδια. Από το Βερολίνο ξεκίνησαν περίπου 150 άτομα μεταξύ των οποίων και 20 Κύπριοι που έφτασαν εκεί αεροπορικώς μέσω Βουδαπέστης. Το παρών από τις ξένες χώρες έδωσαν μοτοσικλετιστές από την Πορτογαλία, την Αυστρία, την Γαλλία, την Γερμανία, το Βέλγιο, την Φινλανδία, την Δανία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Αγγλία, την Σκωτία, την Ολλανδία, την Σλοβενία και την Ιταλία, ενώ εντύπωση προκάλεσε και η παρουσία ομογενούς από την Νότιο Αφρική.

Η πορεία αρχικά κινήθηκε προς την πόλη της Δρέσδης και πέρασε κατά σειρά από την Τσεχία, την Αυστρία, την Ουγγαρία, την Ρουμανία, και την Βουλγαρία. Βέβαια στις δύο τελευταίες χώρες δεν ήταν προκαθορισμένο να περάσει αφού η διέλευσή της ήταν να γίνει από την Γιουγκοσλαβία, που για λόγους γραφειοκρατίας όμως αυτό ακυρώθηκε και όπως ήταν αναμενόμενο από εκεί και μετά συνάντησαν διάφορα σημαντικά προβλήματα. Στην Ελλάδα οι μοτοσικλετιστές έφτασαν στις 7 Αυγούστου και μέσω του χωριού Προμαχώνας Σερρών που βρίσκεται δίπλα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, κατευθύνθηκαν προς Θεσσαλονίκη και Βόλο, όπου και συνάντησαν 20 ακόμη Κύπριους και σταδιακά τους συμμετέχοντες Ελλαδίτες. Η πορεία βρέθηκε στο λιμάνι του Πειραιά στις 8 Αυγούστου με προορισμό το λιμάνι της Λεμεσού. Στις 9 Αυγούστου το πλοίο έκανε στάση στο νησί της Ρόδου και στις 10 Αυγούστου οι μοτοσικλετιστές έφτασαν στην Κύπρο.

Εν τω μεταξύ, οι απειλές από τον Ντενκτάς, τον τότε πρόεδρο του ψευδοκράτους καθώς και των Τσιλέρ και Ερμπακάν, της πρωθυπουργού και του τότε προέδρου της Τουρκίας, καθιστούσαν κάτι παραπάνω από σαφές την έντονη άρνησή τους στο όλο εγχείρημα. Επιπλέον, η γενική στάση πολλών μέσων μαζικής ενημέρωσης της Κύπρου και όχι μόνο, καθώς και της ίδιας της κυπριακής κυβέρνησης ήταν αρνητική και αποσκοπούσαν στην ματαίωση της πορείας προς το κατεχόμενο μέρος του. Γινόταν προσπάθεια να πειστούν όλοι πως πρέπει να σταματήσουν και πως δεν έχουν σκεφτεί τις επιπτώσεις και τους κινδύνους της, φέρνοντας στον αντίποδα άλλα μέσα πίεσης για μια λύση, την διεθνή κοινότητα και τις οποίες διαπραγματεύσεις. Ο κόσμος όμως ήταν αποφασισμένος και δίψαγε να δώσει το δικό του ηχηρό μήνυμα, άλλωστε οι περισσότεροι είχαν «χορτάσει» από υποσχέσεις και «κατασκευασμένες» προσδοκίες.

Η αποδοχή και η επιπλέον συμμετοχή στην Κύπρο ήταν μεγαλειώδης και ιδιαίτερα ένθερμη. Έτσι, στις 11 Αυγούστου πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί στην Λευκωσία και έξω από το Λευκόθεο Στάδιο με σκοπό την συνέχιση της μεγάλης πορείας, την ελεύθερη διακίνησή της σε όλη την Κύπρο όπως και στις ευρωπαϊκές χώρες που πέρασε και φυσικά του προγραμματισμένου τερματισμού της. Ο θόρυβος από τις μηχανές ήταν εκκωφαντικός – σαν φωνή διαμαρτυρίας έναντι στο άδικο και το επιβαλλόμενο. Ο Χατζηκώστας, πρόεδρος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Μοτοσυκλέττας, εκείνη την μέρα είχε επισκεφτεί τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη, έπειτα από κλήση του δεύτερου και όλοι περίμεναν εναγωνίως το τέλος της έκτακτης αυτής σύσκεψης.

Όταν όμως η συνάντηση ολοκληρώθηκε, ο Χατζηκώστας συντετριμμένος, με βαριά καρδιά ανακοίνωσε κατά τις 11:00 το πρωί στο συγκεντρωμένο πλήθος την οριστική ματαίωση, επικαλούμενος λόγους υψίστης εθνικής ασφάλειας όπως του τόνισε και ο Κληρίδης, κάτι που φυσικά δεν άρεσε καθόλου στον κόσμο και η αντίδραση ήταν σφοδρή. Η πορεία που έναν ολόκληρο χρόνο έγινε αγώνας για την επίτευξή της δεν μπορούσε να λήξει έτσι και μάλιστα από τον άνθρωπο που στάθηκε ως ένας από τους πρωτεργάτες της, ήταν αναμενόμενο πως θα συνεχιζόταν και συνεχίστηκε έστω και εκτός προγράμματος.

Πολλές ομάδες κόσμου ξεκίνησαν και κινήθηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις όπως τα οδοφράγματα της Λευκωσίας αλλά και το Προεδρικό Μέγαρο ώστε να διαμαρτυρηθούν. Κάποιοι κινήθηκαν κατά μήκος της «Πράσινης Γραμμής», ενώ μεταξύ άλλων τοποθεσιών κόσμος βρέθηκε και στα οδοφράγματα της Δερύνειας, εκεί λοιπόν ήταν και ο Τάσος Ισαάκ. Το να μην μπορείς να μετακινηθείς οπουδήποτε και πόσο μάλλον στην ίδια σου την πατρίδα είναι λυπητερό και συνάμα προκαλεί οργή και αγανάκτηση.

Στην Δερύνεια οι διαδηλωτές κατάφεραν και πέρασαν τα οδόφραγμα της περιοχής και βρέθηκαν στην λεγόμενη «Νεκρή Ζώνη», αψηφώντας ακόμη και τον κίνδυνο να είναι ναρκοθετημένη η περιοχή σε σημεία που άλλωστε δεν είχε πατήσει κανείς για χρόνια. Μέσα στον χώρο ευθύνης του ΟΗΕ, όμως, μερικές δεκάδες άοπλοι διαδηλωτές δεν βρήκαν μπροστά μόνο στους κυανόκρανους φρουρούς, αλλά ήρθαν αντιμέτωποι με εξαγριωμένους πάνοπλους Τούρκους αστυνομικούς και πολίτες (μαζί και έποικοι φυσικά), καθώς και μέλη των «Γκρίζων Λύκων» που πολλοί μάλιστα είχαν έρθει από την Τουρκία επί πληρωμή, συστημένα και καθοδηγούμενα.

Υπήρξε αναβρασμός και οπισθοχώρηση προς την ελεύθερη πλευρά αλλά κάπου εκεί μερικοί διαδηλωτές μπλέχτηκαν στα συρματοπλέγματα και όχλος Τούρκων άρχισε να τους χτυπάει ανελέητα. Ο Τάσος Ισαάκ δεν ήταν ένας από αυτούς, αλλά γύρισε με περίσσιο αλτρουισμό και γενναιότητα ώστε να βοηθήσει έναν σύντροφό του και τελικά κατάφερε να τον γλυτώσει από το μένος των βαρβάρων, όμως δεν κατάφερε να γλυτώσει τον εαυτό του από αυτούς. Τον χτύπησαν ασταμάτητα δίχως κανέναν ηθικό φραγμό με κάθε τρόπο ως ότου μείνει νεκρός. Βρήκε βάναυσο θάνατο με τον φακό να αποθανατίζει μαζί με την συγκλονιστική σκηνή βίας και το χαρακτηριστικό σύνθημα στην μπλούζα που φορούσε: «Οι μοτοσικλετιστές τολμούν – Απελευθέρωση η μόνη λύση».

Ο Τάσος έφυγε ηρωικά αντικρίζοντας την κατεχόμενη πατρίδα του, το μέρος που οι Τούρκοι έχουν βαφτίσει ως κράτος και που από εκεί διώχτηκαν απ’ τις οικίες τους εκατοντάδες χιλιάδες αλλά και γενικότερα ο ίδιος ο ελληνισμός. Άφησε πίσω την γυναίκα του, η οποία ήταν εγκυμονούσα και την κόρη του που γεννήθηκε έναν μήνα μετά. Οι κυανόκρανοι αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου του, το μόνο που έκαναν την στιγμή εκείνη ήταν να μαζέψουν το άψυχο σώμα του Τάσου από το έδαφος και να το αφήσουν στην ελεύθερη μεριά. Εκείνη την μέρα οι τραυματίες ανήλθαν σε δεκάδες.

Η κηδεία του Τάσου, έπειτα από τρεις αναβολές, πραγματοποιήθηκε στο Παραλίμνι στις 14 Αυγούστου ανήμερα της μαύρης επετείου του «Αττίλα ΙΙ», με κοσμοσυρροή. Τα συναισθήματα έντονα, πόνος και οργή κυρίως. Μετά το πέρας της τελετής πολλοί κινήθηκαν προς το σημείο που έγινε το τραγικό συμβάν ώστε να αποτελέσουν φόρο τιμής και να αφήσουν ένα λουλούδι ή ένα στεφάνι.

Εκατοντάδες άνθρωποι κάποια στιγμή μαζικά πέρασαν τα οδοφράγματα και βρέθηκαν στη «Νεκρή Ζώνη», μέσα σε αυτούς και ο Σολωμός Σολωμού, ο δεύτερος ξάδερφος του Τάσου. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί από την μεριά των κατεχόμενων και υπήρξαν τραυματίες, το πλήθος όμως δεν διαλύθηκε και προσχώρησε δυναμικά προς την κατεύθυνση που βρισκόταν το φυλάκιο των Τούρκων. Πολλοί οργισμένοι διαδηλωτές πετούσαν πέτρες και φώναζαν, η ώρα 2:20 περίπου και μέσα από το πλήθος έφυγε ο Σολωμός, αφού πριν ζήτησε ένα τσιγάρο, το άναψε και έκανε μια γερή τζούρα. Με το τσιγάρο να κρέμεται στα χείλη του, κατευθύνθηκε προς στο τουρκικό φυλάκιο αψηφώντας τις φωνές των γνωστών αλλά και τις οπλισμένες κατοχικές αρχές. Κατάφερε και ξέφυγε των κυανόκρανων και πέρασε το συρματόπλεγμα, με αποφασιστικότητα άρχισε να σκαρφαλώνει στον πανύψηλο ιστό της τουρκικής σημαίας, που είναι εκεί πλάι με αυτήν του ψευδοκράτους και «δηλώνουν» σε όλους την παράνομη κατοχή με όλα τα τραγικά που την συνοδεύουν διαχρονικά.

Ο Σολωμός, πρόσφυγας από την την πόλη της Αμμοχώστου, ήξερε πως αυτό που επιχειρούσε ήταν τρελό, ήξερε πως θα τον σκοτώσουν αλλά το έκανε, είδε τον θάνατο κατάματα και δεν φοβήθηκε καθόλου. Ενώ βρισκόταν στον ιστό άρχισαν οι πυροβολισμοί και τον πέτυχαν, ένας στο στόμα, ένας στο λαιμό και ένας στο στομάχι, έτσι γράφτηκε ο επίλογος με τα χέρια του γύρω απ’ το κοντάρι και το κορμί του να πέφτει στην γη. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν και ήταν πολλοί, υπήρξαν συνολικά 11 τραυματίες με 2 εξ αυτών να είναι κυανόκρανοι. Επικράτησε αναστάτωση αλλά ο κόσμος δεν κατέφυγε από το σημείο.

See Also

Δύο μέρες μετά, 16 Αυγούστου, έγινε η κηδεία του στο Παραλίμνι και η Κύπρος σε τόσο μικρό διάστημα δέχθηκε στο χώμα της άλλον έναν νέο άνθρωπο που δεν χωρούσε ο νους του να είναι το νησί διαιρεμένο. Ο Σολωμός είχε φύγει παιδάκι ως πρόσφυγας από την Αμμόχωστο και στα 26 του χρόνια βρήκε τον θάνατο ψηλά – και όταν λέω “ψηλά” δεν εννοώ απλά στον ιστό, αλλά σαν ένας ελεύθερος αετός που πετά λεβέντικα όπως και όπου θέλει στον ουρανό και που μόνο οι σφαίρες είναι δυνατόν να ρίξουν.

Οι δράστες των δύο δολοφονιών, όπου από βίντεο και φωτογραφίες έχουν εντοπιστεί, είναι για την περίπτωση του Σολωμού, ο Κενάν Ακίν, ο Ερντάλ Εμανέτ, ο Ατίλα Σαβ, ο Χασάν Κουνταξί, και ο Μεχμέτ Καρλί, ενώ του Ισαάκ είναι ο Πολάτ Κορελί, ο Χασίμ Γιλμάζ, ο Νεϊφέλ Εργκούν, ο Ερχάν Αρικλί, και ο Μεχμέτ Αρσλάν, ο τελευταίος όπου φέρεται να είναι και ο καθοδηγητής του εγκλήματος και ο τότε αρχηγός του παραρτήματος των «Γκρίζων Λύκων» στα κατεχόμενα. Για όλους έχουν εκδοθεί διεθνή εντάλματα σύλληψης αλλά κανένας δεν τους συλλαμβάνει, κάποιοι εξ αυτών μάλιστα κατέχουν θέσεις και αξιώματα και είναι παράγοντες πολιτικής ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πλέον γνωστός Κενάν Ακίν.

Το 2008, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε απολύτως ένοχη και καταδίκασε την Τουρκία για τις δολοφονίες του Σολωμού Σολωμού και Τάσου Ισαάκ, βάσει του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και για την παραβίαση του άρθρου 2 σε ό,τι αφορά τη Μη Διεξαγωγή Αποτελεσματικής Έρευνας.

Έκτοτε έχουν περάσει 24 ολόκληρα χρόνια, ενώ η κατοχή στο 37% περίπου του νησιού μετράει 46 και πλέον χρόνια.

Η ελευθερία εκείνες τις μέρες του Αυγούστου εκτελέστηκε απροκάλυπτα και οργανωμένα, πνίγηκε στο αίμα εκείνων που φώναζαν για αυτήν.

Οι δύο αυτοί σύγχρονοι εθνομάρτυρες του Κυπριακού Ελληνισμού δεν πρέπει να ξεχαστούν, οφείλουμε τουλάχιστον την διατήρηση της μνήμης τους, οφείλουμε να μην ξεχάσουμε (γενικά), όπως αυτοί οι ίδιοι δεν μπόρεσαν και δεν θέλησαν να ξεχάσουν ποτέ! Τα μηνύματα της θυσίας τους παραμένουν πολλά και έντονα!

Τάσος Ισαάκ – Σολωμός Σολωμού: Αθάνατοι! Εξάλλου, «Του ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται».

View Comments (0)
Scroll To Top