Now Reading
Δέκα κλασικά ποιήματα που νίκησαν τη φθορά του χρόνου

Δέκα κλασικά ποιήματα που νίκησαν τη φθορά του χρόνου

Είναι γεγονός ότι αν ο πεζός λόγος αντανακλά τις ακτίνες της λογικής σκέψης, η ποίηση καθρεφτίζει τα μυστικά που κρύβει η καρδιά. Αν το διήγημα είναι ένα ταξίδι στη γη, η ποίηση είναι ένα ταξίδι στη σκοτεινή, πολλές φορές, πλευρά της σελήνης. Ακόμα και μέσα από καλλιτεχνικούς ανά εποχή κανόνες και περιορισμούς, η ποίηση είναι προορισμένη για ένα ταξίδι χωρίς νοητικά σύνορα.

Ως είδος, κινείται μεν πάνω σε τροχιές, αλλά οι τροχιές του αιθέριου ονείρου της έρχονται αντιμέτωπες με τα σημεία και τα τέρατα που κρύβει το υποσυνείδητο κάθε καλλιτέχνη που αποφασίζει να βουτήξει στα θολά νερά του καλλιτεχνικού αυτού είδους. Αν ο πεζός λόγος είναι το “υπερ-Εγώ” (όταν ο λογοτέχνης ακολουθεί με αυστηρή τυπικότητα στυλιστικές και εκφραστικές νόρμες) και το “Εγώ” (όταν  ο συγγραφέας αποφασίσει να είναι κυριολεκτικός στον λόγο του), ο ποιητικός λόγος ανήκει σίγουρα στην πολυδιάστατη σφαίρα του “εκείνου” ή αλλιώς του “προ-Εγώ”. Υπό αυτή τη σκέψη, συγκέντρωσα, εντελώς ενδεικτικά, δέκα κλασικά ποιήματα τα οποία μίλησαν και πάντοτε θα μιλούν σε εκείνο το τόσο προσεκτικά κρυμμένο “προ-Εγώ” μου.

Το ποιητικό “εκείνο”, είναι το σκοτεινό δωμάτιο στο οποίο πετάει κανείς βαθιές σκέψεις και αισθήματα, τις πραγματικές του επιθυμίες και ένστικτα. Η ποίηση είναι το φως που πέφτει όταν ο καλλιτέχνης ανοίξει την πόρτα και αφήσει χώρο στα σκοτεινά αυτά φαντάσματα να “μιλήσουν”. Να μαρτυρήσουν ό,τι πραγματικά κρύβεται μέσα στην καρδιά του. Ό,τι  κατατρώει βαθιά τη σκέψη και ρυθμίζει τελικά τον τρόπο που νιώθει και αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο όλο.

Η ποίηση θέτει και λύνει ερωτήματα, όντας εντελώς αληθινή μέσα στο παραμύθι της ελευθερίας όσων η καρδιά θέλει και μπορεί να εκφράσει μέσω των στίχων.

Τα θέματα της ποίησης, πάντοτε κοινά ανά τους αιώνες, μοιάζουν να ακολουθούν κι εκείνα την πορεία της ανθρωπότητας και εκφράζουν διαχρονικές ιδέες και ιδεώδη, όπως έρωτας, θάνατος, φύση, αποχωρισμός ή χωρισμός, άνθρωπος, πνευματικότητα, ιστορικά γεγονότα, μυθοπλασία.

Μέσα από δεκάδες είδη ποίησης, ο στόχος του δημιουργού είναι η τελική κάθαρση. Τόσο η δική του, όσο και του εκάστοτε αναγνώστη.

Μέσα από μυριάδες ποιήματα, ο κάθε αναγνώστης ανακαλύπτει το κομμάτι εκείνο που θα τον κάνει να σταθεί, να αφουγκραστεί, να νιώσει βαθιά, να βιώσει με όλες του τις αισθήσεις όλα τα λόγια του ποιητή, να κλάψει, και στο τέλος να οδηγηθεί στην κρυφή, προσωπική του κάθαρση.

  • “Όνειρο μέσα σε όνειρο” – Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο “καταραμένος” λογοτέχνης και ποιητής από την Αμερική, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, έγραψε τον Απρίλιο του 1849, το υπέροχο ποίημα “Όνειρο μέσα σε όνειρο”, το οποίο αναφέρεται στο νωπό ακόμα τραύμα από τον θάνατο της γυναίκας του, Βιρτζίνια, το ίδιο έτος. Μέσα σε αυτό, διαφαίνεται ξεκάθαρα η ιδέα ότι ο χρόνος χάνεται σαν άμμος μέσα σε μια κλεψύδρα και ότι τίποτα δεν είναι σταθερό και μόνιμο στον κόσμο αυτό. Ακόμα κι η ίδια η ζωή κυλά τόσο γρήγορα, όπως ακριβώς ένα όνειρο.

Μέσα σε μια απελπισμένη προσπάθεια εξορκισμού του χρόνου και του τι είναι τελικά θάνατος, ο Πόε μεταφράζει όλη αυτήν την ανθρώπινη διαδικασία ως ένα όνειρο. Καλό όνειρο, κακό όνειρο… Δεν έχει σημασία για τον δημιουργό. Η διαφυγή στον κόσμο αυτό, μέσα από το βλέμμα ενός οπιομανούς λογοτέχνη που έβρισκε τη λήθη στο αψέντι, φαντάζει να είναι το “συγγνώμη” της ζωής για έναν άνθρωπο που έντυσε τον πόνο και τον έκανε μαύρο σαν το “Κοράκι” του. Το όνειρο ούτως ή άλλως, τελείωσε για εκείνον λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1849. Ή μήπως μόλις ξεκίνησε;

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

“Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό

Μιας θαλασσόδαρτης ακτής,

Και μες στα χέρια μου κρατώ

κόκκους χρυσούς της άμμου –

Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς γλιστράνε

Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,

Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!

Θεέ μου! Μήπως θα μπορούσα

Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;

Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω

Μόνο ένα απ’ το ανήλεο κύμα να γλιτώσω;

Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε

Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;”

  • “Άλμπατρος” – Σαρλ Μπωντλέρ

Όπως ήταν γραφτό, όμως, η κληρονομιά του δημιουργού – ιδρυτή της λογοτεχνίας τρόμου, έμελλε να γίνει γνωστή και να διασκορπιστεί ως φήμη σε όλη την Ευρώπη, από έναν άλλο “καταραμένο” λογοτέχνη. Μιλάμε για τον Σαρλ Μπωντλαίρ, ο οποίος μεταφράζοντας τα έργα του ΄Εντγκαρ Άλλαν Πόε, άνοιξε τον δρόμο στη Γαλλία αρχικά, και έπειτα και στις υπόλοιπες χώρες, για τη δημιουργία μιας νέας λογοτεχνίας η οποία συνεχίζει και συνεπαίρνει τον κόσμο ακόμα και σήμερα. Πέρα όμως από τα διηγήματα τρόμου, η σκοτεινή και απόκοσμη ποίηση και των δύο καλλιτεχνών, άφησε αδρό το στίγμα της σε όλες τις επόμενες γενιές.

Ο Μπωντλαίρ με τα “Άνθη του κακού”, εγκαινιάζει τις ιδέες του “Ιδανικού” και του “Ανικανοποίητου” ( “ideal” και “spleen”), και χωρίς φιοριτούρες τοποθετεί τόσο τον ίδιο όσο και τον αναγνώστη από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, εκεί που πραγματικά ανήκει:

«Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδελφέ μου».

Αν τα “Άνθη” είναι τα ποιήματα μιας ηθικής και πνευματικής φαινομενικά “παρακμής”, τότε το “κακό”, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόρροια του “Ανικανοποίητου”: Τα βάσανα και οι πίκρες, κοντολογίς η ίδια η ζωή και ο τρόπος που τη βιώνει ένας ποιητής.

Μέσα από το ποίημα “Άλμπατρος”, η ψυχή του ποιητή ντύνεται τα φτερά του θαλάσσιου πτηνού και παραδέρνει κι εκείνη σε ανθρώπινα, αφιλόξενα πολλές φορές λιμάνια που δεν θα μπορέσουν ποτέ να νιώσουν την πραγματική ουσία του καλλιτέχνη. Κάπως έτσι λοιπόν, γεννιέται το spleen. Το ideal είναι η ίδια η ανώτατη αυτή τέχνη του λόγου…

“Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί

που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,

σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή

μέσ’ στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του”.

*Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας

Σαρλ Μπωντλαίρ
  • “Η Τίγρη” – Ουίλιαμ Μπλέικ

Ο παραλληλισμός του ανθρώπου με το ζώο συναντιέται και στο ποίημα “Η Τίγρη” του Άγγλου Ουίλιαμ Μπλέικ, από τη συλλογή του “Τα Τραγούδια της Εμπειρίας” (1794). Ένας σπουδαίος ποιητής, ζωγράφος και μυστικιστής καλλιτέχνης του 18ου αιώνα (και αρχών του 19ου), ο οποίος δίκαια ονομάστηκε “Προφήτης” της αγγλικής λογοτεχνίας. Στην “Τίγρη” του, η οποία έρχεται να συμπληρώσει ως νόημα το “Πρόβατο” από την προγενέστερη συλλογή του “Τα τραγούδια της Αθωότητας”(1789), υμνεί την αρτιότητα ενός όντος το οποίο δημιουργήθηκε από την υπέρτατη αρχή τελειότητας, σύμφωνα με την άποψή του.

Η έννοια της αντίθεσης, η οποία τελεί υπό τη σκέπη του υπέρτατου όντος, μοιάζει να διαπερνά όλα τα έργα του Άγγλου λογοτέχνη. Αν “Τα τραγούδια της Αθωότητας” κάνουν λόγο για το ιδεαλιστικό και το ιδεώδες, “Τα τραγούδια της Εμπειρίας” μοιάζουν να αντιτίθενται ως έννοια και περιεχόμενο με εκείνα της αθωότητας. Αυτό, βέβαια, δεν τα εμποδίζει να δημιουργούν όλα μαζί το μαγικό περιβάλλον στο οποίο εισάγει τον αναγνώστη η ποίηση του μεγάλου αυτού Άγγλου λογοτέχνη. Τελικά, το πάντρεμα των αντιθέτων είναι εκείνο που δημιουργεί την τέλεια αρμονία.

“Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα

δάση της νύκτας.

Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία;

Όταν τα άστρα έριχναν κάτω στη γη

τα φωτεινά τους ξίφη και έβρεχαν

τους ουρανούς με τα δάκρυά τους,

Χαμογελούσε Εκείνος, που έβλεπε το έργο του;

Εκείνος που έκανε το πρόβατο, έκανε κι εσένα;

Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα δάση της νύκτας

Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία!”

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Ουίλιαμ Μπλέικ
  • Στον χρόνο των ασφόδελων” – Ε.Ε. Κάμινγκς

Η φύση είναι ο σοφότερος δάσκαλος και διδάσκει τα πιο μεγάλα νοήματα με τον πιο διακριτικό και όμορφο τρόπο. Την άποψη αυτή μοιάζει να συμμερίζεται και ο σύγχρονος Αμερικάνος λογοτέχνης και ποιητής Ε. Ε. Κάμινγκς (1894-1962).

Στο ακόλουθο αριστουργηματικό ποίημα, “Στον χρόνο των ασφόδελων”, το κάθε άνθος συμβολίζει κάτι συγκεκριμένο και όλα μαζί μοιάζουν να υμνούν την αξία της ζωής και του να τη βιώνει κάποιος όσο πιο ανθρώπινα μπορεί.

Αν ο ασφόδελος συμβολίζει τη δημιουργία, την αναγέννηση και τη συγχώρεση, αν η πασχαλιά μοιάζει να ξυπνά την αθωότητα του πρώτου έρωτα, και το τριαντάφυλλο κάνει λόγο για την παθιασμένη αγάπη που μεθά, τότε όλος αυτός ο ποιητικός κήπος που μοιάζει να ευωδιάζει, είναι ο κόσμος μας: Οι αξίες, τα όνειρα και το δικαίωμα όλων μας στη ζωή μέσα από τη διαδικασία της λήθης και των αναμνήσεων. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι του χρόνου τελικά.

“Στον χρόνο των ασφοδέλων (που γνωρίζουν

Ότι  σκοπός της ύπαρξης είναι  το να μεγαλώνουμε)

Ξεχνώντας το γιατί, ενθυμούμενοι το πώς

Στον χρόνο των πασχαλιών που κηρύττουν

Ότι ο σκοπός του να ξυπνάς το πρωί είναι για να ονειρεύεσαι,

Ενθυμούμενες κι αυτές (κι ας μοιάζουν να ξεχνάνε)

Στον χρόνο των τριαντάφυλλων (που σαγηνεύουν

Το εδώ και τώρα  με παράδεισο)

αν, η λήθη, ναι, η μνήμη

Στον χρόνο πέρα από όλα τα όμορφα πράγματα

Σε οτιδήποτε ο νους μπορεί να αντιληφθεί,

Θυμήσου ό,τι πρέπει να ψάχνεις (και ξέχασε ό,τι  πρέπει να βρεις)

Και στο μυστήριο της ύπαρξης

(όταν ο χρόνος μας απελευθερώσει από τον χρόνο)

Ξεχνώντας με, θα με θυμηθείς”

Ε. Ε. Κάμινγκς
  • “Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο” – Ρόμπερτ Μπερνς

Και επειδή τα άνθη σχετίζονται με τα συναισθήματα, δεν θα μπορούσε να λείψει ο κορυφαίος Σκωτσέζος ποιητής Ρόμπερτ Μπερνς (1759-1796). Στα πιο παλιά χρόνια είναι γεγονός ότι το κάθε άνθος αντιστοιχούσε, ανάλογα με το χρώμα και το είδος του, σε ένα μήνυμα. Στα βικτωριανά χρόνια λόγου χάρη, ένα κίτρινο τριαντάφυλλο ισοδυναμούσε με χωρισμό και μεταφραζόταν ως μια αγάπη που έπαψε να υπάρχει. Το κόκκινο τριαντάφυλλο, όμως, παραπέμπει διαχρονικά στον ορισμό της τέλειας, παθιασμένης αγάπης.

Tο συγκεκριμένο ποίημα, “Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο”, γραμμένο μόλις δύο χρόνια πριν τον θάνατό του σε μορφή τραγουδιού, είναι βασισμένο σε τοπικές σκωτσέζικες παραδόσεις. Γραμμένο στην τοπική διάλεκτο, ξεχωρίζει για την αμεσότητα και απλότητά του και ίσως αυτό, τελικά, είναι εκείνο που το κάνει τόσο ξεχωριστό. Ένα δημιούργημα που μέσα από αυτό ο λογοτέχνης υμνεί τον έρωτα που είχε βρει στο πρόσωπο όλων των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του και ιδιαίτερα σε εκείνο της συζύγου του, της Ζαν. Εντύπωση προκαλεί, επίσης, η ύπαρξη του ήλιου και της θάλασσας, που ως φυσικά στοιχεία μοιάζουν να συναγωνίζονται σε ένταση το πάθος του έρωτα και τον τρόπο που τον αντιλαμβάνεται κανείς.

“Η αγάπη μου είναι σαν ένα κόκκινο, κατακόκκινο τριαντάφυλλο που μόλις άνθισε τον Ιούνιο. Η αγάπη μου είναι σαν ένας σκοπός που μελωδικά ηχεί. Τόσο όμορφη όσο εσύ, αγαπημένο μου κορίτσι. Τόσο βαθιά ερωτευμένος είμαι. Και πάντα θα σε αγαπώ, λατρεμένη μου, ώσπου οι θάλασσες να στραγγίξουν. Ώσπου οι θάλασσες να στραγγίξουν, λατρεμένη μου, και οι βράχοι να λιώσουν με τον ήλιο”.

Ρόμπερτ Μπερνς
  • “Αν” – Ράντγιαρντ Κίπλινγκ

Αν η ποίηση έχει διδακτικό χαρακτήρα, τότε ένα μέρος αυτού του χαρακτήρα μπορούμε να πούμε ότι το οφείλει στο ποίημα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, “Αν”. Συγγραφέας κυρίως πεζογραφημάτων που αναπαριστούν την εμπειρία του από τη ζωή του στην Ινδία, ο Κίπλινγκ με τα ποιήματα του γίνεται ο υμνητής της θαλασσοκρατορίας της Μ. Βρετανίας τον 19ο αιώνα και της αποικιακής αίγλης της βικτωριανής εποχής.

Αν και το συγκεκριμένο ποίημα είναι ένα άριστο δείγμα μιας καλοστημένης ρητορείας, ο τρόπος με τον οποίο απαριθμεί τις ηθικές και ψυχικές ιδιότητες που κάνουν έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο, διαθέτει μια ιδιαίτερη  ποιητική ένταση και νοηματική βαρύτητα, που το καθιστούν κατά κοινή παραδοχή ένα από τα καλύτερα ποιήματα όλων των εποχών.

“Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες

Αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου

Αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις

Αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου”.

*Μετάφραση: Άγγελος Δόξας

Ράντγιαρντ Κίπλινγκ
  • “Αγαπάω” – Νίκος Καββαδίας

Προσεγγίζοντας για λίγο την Ελλάδα, έρχεται στη σκέψη ο ναυτικός ασυρματιστής, ο ποιητής που έγραψε για τη ζωή των ναυτικών και τη θάλασσα και άφησε εποχή. O Νίκος Καββαδίας (1910-1975), πριν ξεκινήσει τα ατελείωτα θαλασσινά του μονοπάτια, είχε γράψει, 19 μόνο ετών, ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ποίημα, μια μικρή ιδέα για το τι θα ακολουθούσε και θα δημιουργούσε αξέχαστες ποιητικές συλλογές όπως το “Μαραμπού”, το “Τραβέρσο” και το “Πούσι”.  Στο ποίημα του που ονομάζεται “Αγαπάω”, ξεδιπλώνεται με αριστουργηματικό τρόπο η αγνή και άδολη οπτική, μελαγχολικά ρομαντική και ταυτόχρονα ρεαλιστική ενός νέου την εποχή του μεσοπολέμου στην Ελλάδα.

«Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,

Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,

Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,

Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ ένα δισάκι

See Also

Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.

Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,

Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν

Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους

Να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου

Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ άσπρο φτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια

Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω

Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,

Κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμμένες, ωραίες γυναίκες

Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.

Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό,τι κλαίει

Γιατί μοιάζει με μένα.»

Nίκος Καββαδίας
  • “Καιόμενο” – Τάκης Σινόπουλος

Ένας ακόμα σύγχρονος Έλληνας ποιητής, ο Τάκης Σινόπουλος (1917-1981), έρχεται με τον “Καιόμενο” και θυμίζει ως βασική ιδέα το “Άλμπατρος” του Μπωντλαίρ. Το ποίημα αυτό, που εντάσσεται στη συλλογή “Μεταίχμιο Β’” (1957), αναφέρεται κι εκείνο στο αίσθημα τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής αποξένωσης, της αποπροσωποποίησης που νιώθει ο ποιητής όταν έρχεται αντιμέτωπος με την ψυχολογία του πλήθους. Ο καλλιτέχνης, ο παράξενος αυτός άνθρωπος, ή θα αποτελέσει αντικείμενο χλευασμού (Άλμπατρος), ή θα αγνοηθεί εντελώς. Η φωνή του θα πνιγεί στο πλήθος των άλλων φωνών ή θα αφανιστεί στην πιο βαθιά σιωπή. Ο καιόμενος, τελικά, είναι ο πυρσός που φωτίζει τα μονοπάτια και τις λέξεις όλων των απανταχού ιδεολόγων που μιλούν σε ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς να δουν και κυρίως… πώς να ακροαστούν.

«- Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.»

Τάκης Σινόπουλος
  • “Η γέφυρα Μιραμπό” – Γκιγιώμ Απολλιναίρ

Οι αρχές του εικοστού αιώνα στη Γαλλία μας φέρνουν σε επαφή με σπουδαίους καλλιτέχνες της νοοτροπίας Αρ Νουβό. Μια σπουδαία σχολή, η οποία επηρέασε ιδιαίτερα την προπολεμική περίοδο και έθεσε τις βάσεις για μια γενιά ποιητών που έπειτα από τις φρικαλεότητες των δύο παγκοσμίων πολέμων οδηγήθηκαν στον υπερρεαλισμό και ντανταϊσμό, σε μια απέλπιδα προσπάθειά τους να “μεταφράσουν” σε τέχνη το χάος που επικρατούσε σε κάθε επίπεδο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μια σπουδαία προσωπικότητα των αρχών του αιώνα, ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ, με τις συλλογές “Καλλιγκράμ” και τα “Αλκοόλ” του 1913, εγκαινιάζει μια νέα φιλολογία η οποία, χρησιμοποιώντας στοιχεία από το Παρίσι εκείνης της εποχής, θέτει τις βάσεις της μοντέρνας γαλλικής ποίησης. Στο ποίημα “Η γέφυρα Μιραμπό” (από τη συλλογή “Αλκοόλ”) ο έρωτας μοιάζει να παίζει με τον χρόνο και δείχνει πώς νιώθει εκείνος που έχει χάσει στο παιχνίδι της αγάπης.  Το πέρασμα του χρόνου κάτω από τη γέφυρα που ο καλλιτέχνης συναντούσε κάποτε την πρώην αγαπημένη του Μαρί Λορενσέν, εξομοιώνεται με το αέναο πέρασμα του Σηκουάνα. Όλα μένουν τα ίδια και όλα αλλάζουν ταυτόχρονα. Όπως ακριβώς κυλάει ο ποταμός και φεύγει, έτσι ακριβώς φεύγει η αγάπη και χάνεται…

“Κάτω από τη γέφυρα του Μιραμπό, ο Σηκουάνας

κυλά με τους έρωτες μας·

Θα πρέπει άραγε συνέχεια να θυμάμαι

που η θλίψη πάντοτε την ευτυχία ακολουθεί;

Έρχεται η νύχτα, η ώρα ηχεί, φεύγουν οι μέρες, παραμένω μόνος

Οι μέρες κυλούν μα εμείς ακόμα παλεύουμε

το χρόνο που χάθηκε να συγκρατήσουμε·

Ακόμα στου Σηκουάνα τα νερά

σκύβουμε ν’ αρπάξουμε την ήδη χαμένη ηχώ”.

Γκιγιώμ Απολλιναίρ
  • “Σ’ έχω τόσο ονειρευτεί”– Ρομπέρ Ντεσνός

Πιστός στο κλίμα του υπερρεαλισμού και του ντανταϊσμού ο Ρομπέρ Ντεσνός συνθέτει το 1945, μέσα στο σκότος του πολέμου, ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το οποίο έχει τίτλο “Σε έχω τόσο ονειρευτεί”.  Μέσα από λέξεις που εκφράζουν την απουσία και τη δύναμη του ονείρου, ο ποιητής δείχνει να θέλει να κατακτήσει έστω και μέσω της φαντασίας, το αδύνατο του έρωτα. Ο ντανταϊσμός, προσδίδοντας μια άναρχη ελευθερία, μοιάζει να θέλει να σπάσει μέσα από τη σύνθεση αυτή τις λέξεις και το περιεχόμενό τους, μοιάζει να θέλει να κάνει το ακατόρθωτο κάτι τόσο απλό, όσο ένα  κοίταγμα ή άγγιγμα. Ο ερωτευμένος ονειροπόλος ανασταίνει σκιές και χτίζει κάστρα πάνω στον ουρανό. Μέχρι και την τελευταία του στιγμή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στα εδάφη της Τσεχίας, ο Ντεσνός δε σταμάτησε να μοιράζει χαμόγελα και όνειρα. Πολλά δωρεάν, όμορφα και πλούσια όνειρα για όλους τους μελλοθάνατους.

“Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί που χάνεις την πραγματικότητά σου… Υπάρχει ακόμα χρόνος να προφτάσω αυτό το ζωντανό κορμί και να φιλήσω σ’ αυτό το στόμα τη γέννηση της φωνής που μου είναι τόσο αγαπητή; Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμένα απ’ το αγκάλιασμα του ίσκιου σου, να σταυρώνονται πάνω στο στήθος μου, μπορεί να μην υποταχτούν στο περίγραμμα του κορμιού σου”.

“Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί, σ’ έχω τόσο βαδίσει, σ’ έχω τόσο πολύ μιλήσει, ξαπλώσει με το φάντασμά σου που ίσως δε μου μένει πια παρά να είμαι φάντασμα ανάμεσα στα φαντάσματα και πιο σκιά εκατό φορές πιο πολύ κι απ’ τη σκιά που περπατά κι όλο θα περπατά χαρούμενη πάνω στο ηλιακό ρολόι της ζωής σου”.

Ρομπέρ Ντεσνός

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση είναι ένα κομμάτι της ζωής, αν δε διαβάζαμε τόσο ωραίες δημιουργίες και βεβαιωνόμασταν ότι τελικά ποίηση είναι η ίδια η ζωή. Γιατί ως γνωστόν, κανείς δε ζει χωρίς να νιώθει τι εδρεύει στην καρδιά του. Μιλάμε για αισθήματα, για ενσυναίσθηση, για εμπάθεια. Μιλάμε για ό,τι φέρνει φως και ανοίγει την πόρτα στο σκοτεινό δωμάτιο που στοιβάζουμε όλα όσα νιώθουμε. Ως άνθρωποι είμαστε πάντα ένα βήμα μπροστά από την απλή επιβίωση. Απλά με την ποίηση πάμε ένα βήμα παραπέρα…

View Comments (0)
Scroll To Top