Now Reading
Φενεός: Μια μικρή Ελβετία στην ορεινή Κορινθία

Φενεός: Μια μικρή Ελβετία στην ορεινή Κορινθία

Θέλετε να ταξιδέψετε στην Ελβετία αλλά μέσα στην ορεινή καρδιά της Κορινθιακής Πελοποννήσου; Η διαδρομή που ξεκινάει μετά το Κιάτο και οδηγεί αργά προς τον ορεινό όγκο του Χελμού και της Ζήρειας, υπόσχεται να σας κλέψει και την καρδιά και το βλέμμα με την πολυποικιλότητα και την ομορφιά του τοπίου.

Ιδανικός προορισμός τόσο για μια μικρή απόδραση όσο και για μεγάλης διάρκειας διαμονή, ανταμείβει τον καθένα ξεχωριστά με τις όμορφες εκπλήξεις που κάποιος μπορεί να ανακαλύψει όταν έρχεται σε επαφή με την ορεινή φύση. Δέστε τις ζώνες σας και ξεκινάμε!

Παίρνοντας τον δρόμο έπειτα από την κωμόπολη του Κιάτου που οδηγεί προς τον προορισμό μας, καθώς αρχίζει μια απότομη ανάβαση, συναντάει κανείς αρχικά το πανοραμικό χωριό Σούλι. Ο νέος δρόμος περνάει έξω από αυτό, αλλά αν κάποιος θέλει να γνωρίσει από κοντά το “μπαλκόνι του Κορινθιακού”, από το οποίο μπορεί με μια ματιά να διακρίνει τον Κορινθιακό κόλπο, το Κιάτο, το Λουτράκι, τις Αλκυονίδες νήσους, τη Ζήρεια και τη Στερεά Ελλάδα, αξίζει να κάνει τη μικρή αυτή παράκαμψη. 

Ανεβαίνοντας μέσα στην άγρια φύση του Κορινθιακού, βαθιά φαράγγια, βραχώδη όρη, εύφορα αμπέλια και καλλιέργειες, μικρές πεδιάδες και χωριουδάκια εναλλάσσονται με ταχύ ρυθμό και σε μια μεγάλη ευθεία βλέπουμε στα δεξιά μας, στις πλαγιές του βουνού, τα δύο γνωστά χωριά το Κλημέντι και το Καίσαρι, τα οποία τα τελευταία χρόνια τείνουν να έχουν υιοθετήσει την κοινή ονομασία “Κλημεντοκαίσαρι”. Παρόλ’ αυτά, το καθένα ξεχωριστά έχει τη δική του χάρη και ιστορική αξία να επιδείξει.

Το Κλημέντι, είναι ένα από τα πιο παλιά χωριά της περιοχής, χτισμένο το 1400. Στη διάρκεια της επανάστασης του 1821, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, όντας το στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο του Θεόδωρου και του γιου του, Γενναίου Κολοκοτρώνη. To Kαίσαρι, σε απόσταση αναπνοής, αντικρίζει στην πλαγιά του αντικριστού βουνού το γραφικότατο Μοναστήρι της Παναγιάς, που βρίσκεται κοντά σε έναν κυκλικό μεσαιωνικό πύργο με την ονομασία “Γούλας”. 

Άποψη από το χωριό Κεφαλάρι

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας, περνάμε από το Κεφαλάρι, ένα από τα πιο παραδοσιακά μέρη της περιοχής, και έπειτα από το χωριό Καλιάνοι,  και βλέπουμε στα αριστερά της διαδρομής τα ερείπια του φραγκομονάστηρου (αββαείου) Ζάρακα (ή Ζαράκα), δίπλα στο χωριό Κιόνια. Πρόκειται περί ενός από τους πιο ξεχωριστούς ναούς, ο οποίος ιδρύθηκε στις αρχές του 13ου μ.Χ. αιώνα (1260) από το τάγμα των Κιστερκιανών μοναχών, που προήλθαν από το αββαείο Hautecombe της Σαβοΐας. Αν και χώρος για βοσκοτόπι πια και αφημένος στη φθορά του χρόνου, αποτελεί κάτι αρχιτεκτονικά όμορφο και μοιάζει να διατηρεί κάτι από την άλλοτε παλιά του αίγλη. 

Το αββαείο του Ζάρακα

Αμέσως μετά το αββαείο, το μάτι μας πέφτει σε μια μοντέρνα, μινιμαλιστική κατασκευή που δεσπόζει στη δεξιά μεριά της πλαγιάς και κυριαρχεί με την παρουσία της σε όλον τον χώρο. Πρόκειται για το Μουσείο Περιβάλλοντος της Λίμνης Στυμφαλίας, το οποίο περιλαμβάνει εκθέματα που σχετίζονται με την ιστορία και το οικοσύστημα της ευρύτερης περιοχής. Με τη χρήση μοντέρνας τεχνολογίας αναδεικνύεται αφενός το  περιβάλλον και ταυτόχρονα αποτυπώνεται ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε κατά καιρούς η ανθρώπινη δραστηριότητα και ειδικότερα τα παραδοσιακά επαγγέλματα της περιοχής.

Το Μουσείο Περιβάλλοντος της λίμνης Στυμφαλίας

Αν κάτι, όμως, κόβει την ανάσα και κλέβει το βλέμμα είναι η ίδια η λίμνη της Στυμφαλίας. Πασίγνωστη από την αρχαία μυθολογία και τους άθλους του Ηρακλή, στέκεται ακίνητη και γεμάτη μυστήριο και ομορφιά, αποτελώντας αναμφισβήτητα το στολίδι της περιοχής. Γεμάτη από κάθε είδους πτηνά και ψάρια, είναι προστατευόμενος βιότοπος του Προγράμματος Natura 2000

Η λίμνη της Στυμφαλίας

Σειρά στη διαδρομή μας έχει το Καρτέρι, και από εκεί μπορεί κάποιος είτε ακολουθώντας τον παλιό, “δύσκολο”, γεμάτο στροφές δρόμο, να καταλήξει στο καταπράσινο χωριό της Καστανιάς, το οποίο αξίζει και με το παραπάνω να δει κανείς, είτε μέσω της Λαύκας και του νέου, πιο βατού δρόμου, να φτάσει έπειτα από την Καστανιά, στο διάσελο του βουνού Ζήρεια. Στην κορυφή της βουνοκορφής, αφήνοντας πίσω την πλαγιά της Καστανιάς, σε μια απότομη στροφή κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με την εκτυφλωτική ομορφιά του φενεάτικου οροπεδίου. 

Πανόραμα από το οροπέδιο του Φενεού

Στη “σκιά”της Ζήρειας (ή αλλιώς Κυλλήνης) και του Χελμού, τα διάσπαρτα μικρά χωριά του Δήμου Φενεού αντικρίζουν για πολλά χρόνια τώρα, το θαύμα του κάμπου του Φενεού. Στα πολύ παλιά χρόνια και κατά μεγάλα διαστήματα (σύμφωνα με έγκυρες ιστορικές πηγές), ο κάμπος αυτός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη λίμνη, η έκταση της οποίας έφτανε μέχρι και τα 194.000 στρέμματα.

Αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά στις πλαγιές των βουνών, ειδικά στα αριστερά του οροπεδίου, φαίνονται ακόμα ξεκάθαρα τα ίχνη της στάθμης του νερού της λίμνης. Η ύπαρξή αυτής, εξηγείται από το γεγονός ότι τα δύο ποτάμια της κοιλάδας, ο Όλβιος και ο Δόξας, δεν μπορούσαν να βρουν δίοδο προς τη θάλασσα, με αποτέλεσμα τα νερά τους να διοχετεύονται στο οροπέδιο.

Με την πάροδο του χρόνου, στις νότιες απολήξεις του οροπεδίου, σχηματίστηκαν μεγάλα βάραθρα, οι περίφημες Καταβόθρες (ή οι “Πύλες του Άδη”, που διάβηκε ο Ηρακλής, σύμφωνα με τη μυθολογία), οι οποίες έλυναν το πρόβλημα συσσώρευσης του νερού, μια και τα νερά των ποταμών, μέσω υπογείων ρευμάτων, κατέληγαν και καταλήγουν ακόμα και σήμερα, στις πηγές του ποταμού Λάδωνα, οι οποίες αναβλύζουν κάτω από τη γη. Κατά καιρούς βέβαια, όταν μέρος από τις καταβόθρες κλείνει, και ειδικά τους χειμερινούς μήνες, λόγω συσσώρευσης πάγου, δημιουργείται στην περιοχή έλος το οποίο μετατρέπεται σε μια μικρή λίμνη. Όταν έρχεται η άνοιξη και ειδικά το καλοκαίρι, η λίμνη αυτή ξεραίνεται. Το χωριό Μάτι, ή αλλιώς Γκιόζα, είναι το πιο κοντινό στην περιοχή αυτή.

Ως το 1897, είναι ιστορικά εγγεγραμμένο ότι η πεδιάδα του Φενεού ήταν μια μεγάλη λίμνη. Ξαφνικά όμως, στη μέση της νύχτας, ακούστηκε ένας τεράστιος θόρυβος από τα μέρη που ήταν οι Καταβόθρες. Ανοίγοντας άξαφνα, αποστράγγιξαν όλη τη λίμνη, προσφέροντας αυτόματα στους κατοίκους, τεράστιες εκτάσεις για κτηνοτροφία και κάθε είδους καλλιέργειες. Από τότε, η λίμνη, σε όλη της την έκταση, δεν έχει εμφανιστεί ξανά, κάτι το οποίο όμως δεν έχει αποκλειστεί για το μέλλον.

Οι Καταβόθρες και η λίμνη του Φενεού (χειμερινοί μήνες)

Το οροπέδιο γενικά, από τα αρχαία χρόνια, αποτέλεσε ιστορικό στοιχείο, μια και η Αρχαία Φενεός ήταν πόλη-κράτος της Αρκαδίας και μία από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες πόλεις της. Τα ερείπια της πόλης αυτής, κοντά στο χωριό Καλύβια, έχουν ήδη ανασκαφεί και είναι επισκέψιμα. Έχουν ως τώρα ανακαλυφθεί τα αρχαία τείχη, ο ναός του Ασκληπιού, και πολλά μέλη αγαλμάτων, λείψανα κτιρίων και πινακίδες, που βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο του Μεσινού. Παρότι οι ανασκαφές, λόγω έλλειψης πόρων, δεν έχουν συνεχιστεί, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι ο λόφος πίσω από τον ναό και τα τείχη, είναι διάσπαρτος με πλήθος από αρχαία. 

Γύρω από τη λίμνη, σχηματίστηκαν πολλές μικρές ή μεγαλύτερες κοινότητες, οι οποίες ακόμα και σήμερα αποτελούν τα χωριά της περιοχής, τα οποία αξίζει κάποιος να επισκεφτεί ένα προς ένα, για να θαυμάσει την ξεχωριστή τους ομορφιά: Από τα δυτικά, μπαίνοντας στο οροπέδιο, το Μάτι, έπειτα η Μοσιά με την υπέροχη εκκλησία της, και μετά το Μεσινό με το αρχαιολογικό μουσείο και τον ίσιο δρόμο του που διασχίζει κάθετα τον κάμπο για να φτάσει στα Καλύβια με την πατροπαράδοτη πλατεία και τον καταπράσινο πλάτανο. 

Άποψη της λίμνης Δόξας (στο κέντρο της φωτογραφίας το εκκλησάκι του Αγ.Φανουρίου)

Εκείνη, όμως, που κλέβει όλο τον θαυμασμό και αποτελεί το κυρίως αξιοθέατο της περιοχής είναι αναντίρρητα η Λίμνη Δόξα και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, χωμένο μέσα στο δάσος του βουνού που αντικρίζει την ήρεμη αυτή λίμνη. Λίγο πριν τα Καλύβια, στρίβοντας δεξιά, πριν το χωριό Πανόραμα, και ανεβαίνοντας τις στροφές του βουνού, βρίσκεται κανείς στην πιο όμορφη μικρή Ελβετία της περιοχής. Η λίμνη αυτή, στα 1.100 μέτρα, αν και τεχνητή (δημιουργήθηκε το 1998), είναι απόλυτα ενσωματωμένη στο τοπίο.

Αποτελώντας τον αγαπημένο προορισμό πολλών ταξιδευτών, προσφέρει θέαμα και τοπία απίστευτης ομορφιάς. Μπορεί κάποιος να κάνει ελεύθερο κάμπινγκ ή πικ νικ, μπορεί να πάει βόλτα μέσα στο δάσος με άλογα της περιοχής, να περιπλανηθεί στα ορεινά μονοπάτια γύρω από αυτή, να θαυμάσει το μεγάλο φράγμα, και κυρίως να επισκεφτεί το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου, που δεσπόζει στο κέντρο ακριβώς της λίμνης, πάνω σε μια στενή λωρίδα γης που εισχωρεί με μαγευτικό τρόπο μέσα σε αυτή. 

Η θέα, είναι κάτι το μοναδικό. Πόλος έλξης, η περιοχή αυτή, προσφέρεται τόσο για ετήσια μουσικά φεστιβάλ και συναυλίες, όσο και για αγώνες ιστιοπλοΐας και για καταδύσεις στα παγωμένα νερά στην προσπάθεια να ανακαλυφθεί το παλιό εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται κάτω από το νερό, στα οκτώ μέτρα, δίπλα ακριβώς από τον Άγιο Φανούριο. 

Εξωτερική άποψη μονής Αγ. Γεωργίου λίμνης Δόξας

Βυθισμένα μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά, βρίσκονται επίσης τα ερείπια της παλιάς μονής του Αγίου Γεωργίου, το “Παλιομονάστηρο”, το οποίο μεταφέρθηκε εξαιτίας των πλημμυρών της λίμνης Φενεού τον χειμώνα, στη δασωμένη πλευρά του βουνού, το 1693, όπως μαρτυράει και η επιγραφή στην είσοδο του νέου ναού. Σύμφωνα με την παράδοση, το “Παλιομονάστηρο”, χτίστηκε από κάποιον μοναχό από τα Καλάβρυτα, με δικά του έξοδα.

Τον 17ο αιώνα, το 1693, χτίστηκε το νέο μοναστήρι, αλλά λόγω πυρκαγιάς ανακαινίστηκε το 1754. Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στη δυτική πλευρά του ναού, προστέθηκε κτίσμα πλάτους 3 μέτρων με καταπακτή, που οδηγούσε σε μυστικό χώρο τον οποίο οι τότε μοναχοί χρησιμοποιούσαν ως κρυφό σχολειό και ο οποίος υπάρχει και είναι επισκέψιμος ακόμα και σήμερα. 

Είσοδος μονής Αγ.Γεωργίου

Η τωρινή μονή περιλαμβάνει ένα τριώροφο οικοδόμημα που περικλείει μια εσωτερική αυλή με ψηλό λιθόκτιστο περίβολο γεμάτο με γλάστρες, λουλούδια και αναρριχώμενες περικοκλάδες, ένα επιβλητικό κωδωνοστάσιο, και τον κυρίως ισόγειο ναό. Γύρω από τον κεντρικό καθολικό, βρίσκονται διατεταγμένα τα κελιά των μοναχών. Υπάρχουν αποθήκες και βοηθητικοί χώροι, δύο ακόμα παρεκκλήσια, κρύπτες, μια τράπεζα, μια σύγχρονη κουζίνα, το αρχονταρίκι, και ένας χώρος επισκεπτών, στον οποίο οι μοναχοί προσφέρουν το περιβόητο γλυκό τους, το τριαντάφυλλο.

Βγαίνοντας κάποιος στις τζαμαρίες των επισκεπτών, μαγεύεται κυριολεκτικά από τη θέα της λίμνης και των μακρινών βουνών. Μπορεί να κάτσει όση ώρα θέλει εκεί και να διαβάσει βιβλία από την κοινή ξύλινη βιβλιοθήκη, ή να συζητήσει με τους φιλόξενους, απλούς, μοναχούς.

Εσωτερική αυλή της μονής Αγ. Γεωργίου

Συνεχίζοντας τη διαδρομή στα χωριά του Φενεού, κατευθυνόμαστε στην πρωτεύουσα του σημερινού Φενεού, στην Γκούρα. Με ονομασία η οποία στην αρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει “πέτρα”, ή “πετρώδης τόπος”, το χωριό αυτό στους πρόποδες της Ζήρειας, είναι όντως χτισμένο ανάμεσα στην κοιλάδα δύο μικρών λόφων, το Κουτσουβέρι και τη Σπηλιά. Κεντρικό σημείο και τόπος συνάντησης όλων των κατοίκων, η πετρόκτιστη επιβλητική εκκλησία των Ταξιαρχών, στην μεγάλη πλατεία του χωριού, οικοδομημένη το 1880.

Απέναντί της, το πανέμορφο αρχοντικό του οπλαρχηγού της ελληνικής επανάστασης Νικολάου Οικονόμου, ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα. Στο ίδιο αρχιτεκτονικό πνεύμα κινούνται και τα αρχοντικά του Σαρλή και του Μούρτη, άξια δείγματα τέχνης της πιο παλιάς εποχής. Στην πλατεία, το καφενείο του Μάλλιου, του Αρχοντικού Πρεδάρη και εκείνο του Δημητράκη, με την πιο ωραία συνταγή σπαστής σοκολάτας (τοπική συνταγή ροφήματος), σας υπόσχονται τα πιο ωραία προϊόντα της φενεάτικης γης, όπως τσάι βουνού, χειροποίητα γλυκά και χυμούς, και ωραίες λιχουδιές. 

See Also

Εσωτερικό ναού της μονής Αγ.Γεωργίου

Πηγαίνοντας προς το Στενό, συναντάει κανείς την πηγή με το δροσερό νερό της Αγίας Μαρίνας, με τον τεράστιο πλάτανο και το πέτρινο παγκάκι και τραπέζι, ιδανικό σημείο για μια μικρή στάση και ανάπαυλα μέσα στους ήχους της πηγής, της φύσης και της βουνίσιας ηρεμίας. Στο χωριό Στενό, δίπλα στην εκκλησία, ένας άλλος πλάτανος, μέσα από τον οποίο τρέχει δροσερό νερό, περιμένει τους επισκέπτες για μια επίσκεψη και για έναν καφέ στο διπλανό καφενείο. 

Κεντρική πλατεία του χωριού Γκούρα

Περνώντας το Στενό και προς τα αριστερά, οδηγείται κανείς στο χωριό Φενεός, ή αλλιώς, όπως έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια να ονομάζεται, Σιβίστα. Μέσα στο χωριό υψώνεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, μια βασιλική χτισμένη στις αρχές του 1900, με έξοδα Φενεατών που είχαν μεταναστεύσει στο Σικάγο των Ηνωμένων Πολιτειών και με προσωπική εργασία των επιτόπιων κατοίκων της Σιβίστας.

Ιερός ναός Αγ. Σπυρίδωνα Σιβίστας (Φενεός)

 Αν από το Στενό στρίψει κανείς από τη γέφυρα του Όλβιου στα δεξιά, βρίσκεται στον Κάτω Ταρσό. Σε έναν τόπο που θυμίζει έντονα τα  Μετέωρα, σε μια μεγάλη σχισμή στους ορεινούς βράχους, είναι χτισμένο το εκκλησάκι της Παναγίας του Βράχου. Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε ως εκπλήρωση τάματος από κάποια γυναίκα του Ταρσού, η οποία είχε σωθεί εκ θαύματος κατά την άλωση του Βυζαντινού Ταρσού από τον Μωάμεθ τον Β΄, το 1458. Ακόμα και σήμερα, ο μικρός, γραφικός αυτός ναός, κοσμείται από αξιόλογες εικόνες, όπως της Παναγίας, του Χριστού, της Κοίμησης της Θεοτόκου, οι οποίες χρονολογούνται στα 150 χρόνια και αποτελούν έργα του αγιογράφου Ασημάκη Σκαλτζά. 

Η Παναγιά των Βράχων – Κάτω Ταρσός

Αν κάποιος με μεγαλύτερη περιηγητική διάθεση θέλει να “ξεφύγει” από την επικράτεια του Φενεού και να κατακτήσει την άλλη πλευρά του βουνού πίσω από τα Καλύβια και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τον δρόμο προς τα αριστερά που οδηγεί στη Λυκούρια, και έπειτα στις μαγευτικές πηγές του Λάδωνα, στην Κλειτορία, στα Σπήλαια Λιμνών και στο Πλανητέρο.

Η διαδρομή μέσα από ελικοειδείς ορεινούς δρόμους, οδηγεί αρχικά στο μικρό, γραφικό χωριό της Λυκούριας και έπειτα, στα αριστερά συναντάει κανείς στο “Κεφαλόβρυσο” (ή Ράχη Πύργου), τις πηγές του Λάδωνα. Με ορμητικό νερό που προέρχεται όπως είπαμε και πιο πριν, από τις καταβόθρες του φενεάτικου κάμπου, το συγκεκριμένο θέαμα αποτελεί από μόνο του ένα αριστούργημα της φύσης. Η δύναμη του νερού που αναβλύζει είναι τόσο δυνατή, που σύμφωνα με μετρήσεις, θα μπορούσε να κινεί ταυτόχρονα 20 μύλους.

Από την πηγή, ξεκινά τη μαγευτική διαδρομή του ένας ποταμός που διασχίζει τον νομό Αχαϊας και Αρκαδίας, με μήκος 60 χιλιόμετρα. Με πλούσιο υδροβιότοπο και με τεχνητή λίμνη με σπάνια χλωρίδα και πανίδα, δίκαια κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές της χώρας. Θεωρείται επίσης ο ιδανικός προορισμός για οργανωμένες δραστηριότητες όπως κανό – καγιάκ, ράφτινγκ, πεζοπορίες και ψάρεμα. Μαγευτική ακόμα μπορεί να αποδειχθεί και μια επίσκεψη στο υδροηλεκτρικό φράγμα του Λάδωνα, που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1950. 

Οι πηγές του Λάδωνα

Αν κάτι, όμως, αξίζει να ζήσει στην περιοχή αυτή ένας ταξιδευτής, είναι η εμπειρία του να διασχίσει το Σπήλαιο των Λιμνών, του οποίου η αξιοποίηση ξεκίνησε το 1981 από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, υπό την ευθύνη του Δήμου Καλαβρύτων. Με 13 αλλεπάλληλες κλιμακωτές λίμνες και αξιοποιημένο μήκος που ανέρχεται στα 500 μέτρα (συνολικό μήκος – 1.980 μέτρα), είναι ένα σπήλαιο μοναδικό στο είδος του. Ο επισκέπτης εισέρχεται αρχικά από τεχνητή σήραγγα που καταλήγει κατευθείαν στον δεύτερο όροφο, σε σύνολο τριών. Η διάβαση των λιμνών γίνεται από υπερυψωμένες τεχνητές γέφυρες. Το θέαμα παραπέμπει σε έναν άλλο κόσμο, σε μια σχεδόν εξωπραγματική διάσταση που μόνο δέος μπορεί να προσφέρει.

Τα Σπήλαια των Λιμνών

Στη συνέχεια, η περιοχή Πλανητέρο, με τον παραδοσιακό νερόμυλο, και το ποτάμι που χάνεται μέσα σε τεράστια δάση από καταπράσινα πλατάνια, είναι ο ιδανικός προορισμός για να έρθει κανείς ακόμα πιο κοντά με τη φύση και να απολαύσει τις πέστροφες που εκτρέφονται σε ειδικά εκτροφεία – εστιατόρια της περιοχής. 

Ο Νερόμυλος στο Πλανητέρο

Στο τέλος του ταξιδιού, σε κάθε ταξίδι, η επιστροφή στη βάση περιέχει μέσα της μια γλυκόπικρη γεύση, η οποία όμως παραμένει τελικά η πιο γλυκιά ανάμνηση, αν κάποιος απλά δραπετεύσει έστω και νοερά σε όλα αυτά τα μέρη που έχω περιγράψει στο άρθρο μου. Και το πιο σημαντικό… ειδικά τη σημερινή εποχή, είναι κάτι εύκολο και εφικτό να ξαναβρεθεί ως ταξιδιώτης εκεί. Ακόμα και στα πολύ παλιά χρόνια, όταν οι δρόμοι ήταν δύσκολοι, είχαν βρεθεί θερμοί εραστές της ορεινής αυτής ομορφιάς, οι οποίοι έχουν κλείσει όλη αυτή τη μαγεία μέσα στα λόγια των βιβλίων τους.

Κλείνω το άρθρο – περιήγηση αυτό με το απόσπασμα από το “Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδος” του Ζακ Λακαριέρ, γνωστού Γάλλου φιλέλληνα συγγραφέα και περιηγητή (1925-2005).

“Ναι, και εγώ πήγα στην Αρκαδία και την διέτρεξα ως τα πιο ταπεινά μονοπάτια της. Περπάτησα το όρος Κυλλήνη χωρίς να δω αυτά τα άσπρα κοτσύφια για τα οποία μιλάει ο Παυσανίας, αλλά συγκρατήθηκα, το ομολογώ, και δεν επιχείρησα να τσακώσω τα ψάρια του Λάδωνα να τραγουδούν. Ανέβηκα στον Χελμό, μέχρι τις πηγές της Στυγός, της οποίας ήπια το κρυσταλλένιο νερό, αυτής που, λένε, δεν λησμονεί ποτέ τα λόγια που λέγονται μπροστά της. Και χόρεψα στα αγροτικά πανηγύρια του Φενεού. Απ’ όλα αυτά, μένουν οι εντυπώσεις που δημοσίευσα στη συνέχεια στους “Περιπάτους μέσα στην Αρχαία Ελλάδα” και μερικά ανέκδοτα ποιήματα όπως για παράδειγμα:

Ώρα με την ώρα, το χιόνι σκεπάζει τους θρύλους… και τρίζουν κάτω από τα βήματά μου τα κρυσταλιασμένα τους λόγια πάνω στο όρος Κυλλήνη.”

View Comments (0)
Scroll To Top