Now Reading
Οι δείκτες ισχύος ΗΠΑ – Κίνας

Οι δείκτες ισχύος ΗΠΑ – Κίνας

Οι μετρήσιμοι δείκτες ισχύος οι οποίοι δείχνουν την δύναμη των κρατών συνοψίζονται στον πληθυσμό, την οικονομία και την τεχνολογία. Αυτοί οι παράγοντες καθορίζουν την σκληρή δύναμη (hard power) που διαθέτει το εκάστοτε κράτος στο διεθνές σύστημα. Πλαισιώνονται από την ήπια ισχύ (soft power), η οποία εντοπίζεται στο πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η σύγκριση στους παραπάνω τομείς μεταξύ ΗΠΑ και ΛΔ Κίνας (Κίνα) είναι διαφωτιστική ώστε να γίνει ευδιάκριτη η θέση των δύο δυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα σήμερα καθώς και η προδιαγεγραμμένη πορεία σύγκρουσης που έχουν λάβει.

Ο πληθυσμός αναπτύσσεται διαφορετικά ανάμεσα στα κράτη συμβάλλοντας στην άνιση ανάπτυξή τους. Αποτελεί επίσης πηγή ισχύος για ένα κράτος όχι μόνο ως προς το μέγεθος και τον ρυθμό ανάπτυξής του αλλά και ως προς την ηλιακή διάρθρωσή του [1]. Ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αναμένεται να αγγίξει τα 8 δισ. μέσα στη δεκαετία του 2020. Αυτή η ραγδαία αύξηση οφείλεται κυρίως στην πληθυσμιακή έκρηξη που σημειώθηκε στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ως εκ τούτου, ο πληθυσμός της Κίνας αναμένεται να αγγίξει το 1,5 δισ. κατοίκους κατατάσσοντάς την στην πρώτη θέση παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, ο πληθυσμός των ΗΠΑ αναμένεται να αγγίξει μόλις τα 320 εκατ. [2]. Οι δυτικές χώρες και γενικά ο ανεπτυγμένος κόσμος χαρακτηρίζονται από υπογεννητικότητα και γήρανση του πληθυσμού που οδηγεί μοιραία σε αστάθεια καθώς οι κοινωνικές δαπάνες αυξάνονται συνεχώς. Παράλληλα, η υπογεννητικότητα μοιραία πλήττει και τις ένοπλες δυνάμεις [3] .

Όμως, και η δημογραφική έκρηξη έχει επιπτώσεις τόσο στον κοινωνικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα. Πιο συγκεκριμένα, η ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση μπορεί να επιφέρει πολιτική αστάθεια καθώς η έκρηξη της αστυφιλίας, της ανεργίας και της φτώχειας μπορεί να προκαλέσει έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια και μεταναστευτικά ρεύματα προς τις πλουσιότερες περιοχές του κόσμου [4]. Σε τελική ανάλυση, το οικονομικό χάσμα μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων κρατών θα διευρύνεται συνεχώς με επιπτώσεις στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Ένα άλλο πρόβλημα που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, η Κίνα, συνδέεται με την πολιτική του ενός παιδιού που εφάρμοσε για να αντιμετωπίσει την ανεξέλεγκτη αύξησή του και αυτό γιατί ο ρυθμός αύξησης του κινεζικού πληθυσμού είναι σταθερά υποδεέστερος του επιπέδου που απαιτείται για την ανανέωσή του, μόλις στα 1,6 παιδιά ανά γυναίκα – χαμηλότερος από τον αντίστοιχο ακόμα και των ΗΠΑ (1,9 παιδιά ανά γυναίκα) [5]. Παράλληλα, αυξάνεται συνεχώς το προσδόκιμο όριο ζωής με άμεση συνέπεια την γήρανση του πληθυσμού.

Ο τεχνολογικός τομέας είναι σημαντικός για την κατανομή της παγκόσμιας ισχύος καθώς είναι σε θέση να εξουδετερώσει το όποιο πληθυσμιακό πλεονέκτημα καθορίζοντας την στρατιωτική ισχύ των κρατών [6]. Σαφώς είναι άμεσα συνδεδεμένος με την οικονομία αφού τα πλουσιότερα κράτη βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας. Η κυριαρχία των ΗΠΑ είναι αδιαμφισβήτητη στον τομέα αυτόν, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην στρατιωτική τεχνολογία, καθώς εισάγει συνεχώς καινοτομίες στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δίδοντάς τους το πλεονέκτημα έναντι οποιασδήποτε άλλης ένοπλης δύναμης παγκοσμίως. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της διαφοράς θα αναφέρουμε πως όλες οι μεγάλες δυνάμεις μαζί ξοδεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό των χρημάτων που ξοδεύουν οι ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας. Για την ακρίβεια, οι ΗΠΑ ξοδεύοντας μόνο το 4% του ΑΕΠ τους δαπανούν το 43% των παγκόσμιων αμυντικών δαπανών [7]. Το εντυπωσιακό αμερικανικό οπλοστάσιο είναι το ισχυρότερο της ανθρώπινης ιστορίας επιτρέποντας στην υπερδύναμη να προβάλει την ισχύ της σε πλανητικό επίπεδο.

Οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις σαφώς υστερούν έναντι των αμερικανικών, τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα, όμως η κατοχή πυρηνικών όπλων αντισταθμίζει το αμερικανικό πλεονέκτημα (κινεζική πυρηνική αποτροπή). Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως οι δαπάνες της χώρας σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ για την άμυνα συνολικά είναι 15 φορές μικρότερες [8]. Η ΛΔ Κίνας, παρ’ όλη την υστέρησή της, έχει επιδοθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε έναν μαραθώνιο εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεών της,  με την ταυτόχρονη μείωση του τεράστιου αριθμού τους, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στον ρόλο που θέλει να διαδραματίσει ως περιφερειακή αρχικά και παγκόσμια έπειτα δύναμη. Το Πεκίνο σταδιακά μετατρέπει την οικονομική του ισχύ σε στρατιωτική, κάτι που η ρεαλιστική θεωρία βρίσκει απόλυτα λογικό. Η στρατιωτική  παρουσία σε περιοχές που βρίσκονται πολύ μακριά της κινεζικής επικράτειας το τελευταίο διάστημα, όπως η Μεσόγειος θάλασσα, αποτελεί δείγμα της κινεζικής στρατιωτικής ισχύος την οποία και προβάλλει στο εξωτερικό με κάθε ευκαιρία [9]. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρώτη κινέζικη στρατιωτική βάση που έχτισε εκτός κινεζικής επικράτειας, στο Τζιμπουτί.

Ένα άκρως ανησυχητικό στοιχείο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στην περιφέρεια της ΝΑ Ασίας είναι η συνεχιζόμενη αύξηση των κινεζικών αμυντικών δαπανών καθώς η Κίνα κατέχει ήδη τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό στον κόσμο, με αρκετή απόσταση από τον αντίστοιχο αμερικανικό όπως σημειώσαμε παραπάνω. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως μόλις το 1997 ο κινεζικός προϋπολογισμός για την άμυνα ανερχόταν σε μόλις 10 δις δολάρια, περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Ταϊβάν. Μέσα σε διάστημα σχεδόν είκοσι ετών, ο κινεζικός προϋπολογισμός για την άμυνα έφτασε να είναι τριπλάσιος από τους αντίστοιχους της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και τετραπλάσιος από τον αντίστοιχο της περιφερειακής ανταγωνίστριας Ινδίας.

Υπάρχει ακόμα ένα χαρακτηριστικό που καθιστά τον αμυντικό προϋπολογισμό της Κίνας (ήδη ο 2ος υψηλότερος στον κόσμο πίσω μόνον από τις ΗΠΑ) άκρως ανησυχητικό και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την ολοένα και αυξανόμενη αποσύνδεσή του από τις οικονομικές επιδόσεις της Κίνας. Μάλιστα, πολλές δυτικές χώρες θεωρούν πως ο πραγματικός αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας είναι μεγαλύτερος καθώς η κινεζική ηγεσία αποκρύπτει σε άλλους τομείς του συνολικού της προϋπολογισμού συγκεκριμένες αμυντικές της δαπάνες σε ποσοστό μάλιστα μεταξύ 35% έως 50% του συνόλου αυτών των δαπανών. Η μυστικοπάθεια της κινεζικής ηγεσίας είναι παρούσα μάλλον ως κληρονομιά του Σουν Τσου και της ευρύτερης ασιατικής αντίληψης για τις διεθνείς σχέσεις. Άλλωστε, πρέπει να κρατηθούν κατά το μέτρο του δυνατού μυστικές οι αμυντικές δαπάνες καθώς η χώρα έχει υιοθετήσει την ειρηνική ανάπτυξη ώστε να μην προκαλέσει αντι-κινεζικό συνασπισμό των χωρών της περιφέρειάς της. Η μυστικοπάθεια είναι τέτοια που η κινεζική ηγεσία θεωρεί τις αμυντικές δαπάνες της χώρας χαμηλές δίνοντας παραπλανητικά στοιχεία ώστε να υποστηριχθεί η ειρηνική άνοδος της Κίνας.

Το ένα τρίτο των συνολικών κινέζικων αμυντικών δαπανών αφορά τον εξοπλισμό των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Στον εξοπλισμό εντάσσονται τόσο οι προμήθειες αμυντικού υλικού όσο και η έρευνα κι ανάπτυξη. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η Κίνα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς όπλων  παγκοσμίως. Η επόμενη δεκαετία σηματοδότησε την μετατροπή της χώρας από εισαγωγέα όπλων σε κατασκευαστή αυτών, καθώς η εγχώρια αμυντική βιομηχανία γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη. Η κινεζική ηγεσία δείχνει να κάνει τα μέγιστα ώστε να μετατρέψει τις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις σε μια σύγχρονη πολεμική μηχανή ικανή να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας στη Σινική θάλασσα κι όπου αλλού κριθεί απαραίτητο. Φυσικά, ο απώτερος στόχος είναι να βρίσκονται σε θέση οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις στο εγγύς μέλλον να υπερισχύσουν σε μια αντιπαράθεση με τις αμερικανικές στην περιφέρεια της ΝΑ Ασίας.

Οι κινέζικες αμυντικές δαπάνες παράλληλα στρέφονται και στον εξοπλισμό των διαφιλονικούμενων νησιών στη Σινική θάλασσα ώστε να εξασφαλίσει τον απόλυτο έλεγχό της καθώς δια μέσου της περνάει η κύρια εμπορική οδός που ενώνει τον Ινδικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Μια άλλη σημαντική οικονομική δραστηριότητα στη Σινική θάλασσα είναι η αλιεία, η οποία είναι η κύρια οικονομική δραστηριότητα περίπου 620 εκατομμυρίων ανθρώπων στην ευρύτερη ΝΑ Ασία. Εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της Ε.Ε., ειδικά μετά το Brexit, την έλλειψη συντονισμού των υπολοίπων ασιατικών δυνάμεων και την εμπλοκή των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή ώστε να στρατιωτικοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη Σινική θάλασσα χτίζοντας στρατιωτικές βάσεις στα νησιά. Το σχέδιο αυτό είναι βασική προτεραιότητα για την Κίνα καθώς το Πεκίνο θεωρεί πως προστατεύει την ακτογραμμή του από θαλάσσια εισβολή, την οποία έχουν βιώσει κατά την ιστορική τους διαδρομή οι Κινέζοι.

Παρ’ όλη την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, αυτές υπολείπονται ακόμα σε σχέση με τις αμερικάνικες τόσο σε ποιότητα όσο σε ποσότητα, κατάρτιση κι ηγεσία όπως ήδη σημειώσαμε. Συνεπώς, η ανάπτυξή τους μπορεί να μην οδηγήσει σε μια σύγκρουση με τις ΗΠΑ αλλά αποτελεί μια πηγή ανησυχίας για την ηγεσία της τελευταίας. Ακόμα και μια νέα κούρσα εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας αυτή τη φορά ίσως είναι προ των πυλών και το σίγουρο αποτέλεσμα που θα φέρει είναι η αυξανόμενη αβεβαιότητα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ΝΑ Ασίας.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο ανταγωνισμός των δύο δυνάμεων στον τεχνολογικό τομέα δεν περιορίζεται σήμερα μόνο στο στρατιωτικό πεδίο αλλά αντίθετα έχει επεκταθεί στον κυβερνοχώρο και στο διάστημα. Η πρώτη συστηματικά οργανωμένη κυβερνοεπίθεση έλαβε χώρα το 2009 από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και στράφηκε κατά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Η ενέργεια αυτή φυσικά θορύβησε τις άλλες δυνάμεις οι οποίες ανέπτυξαν τις δυνατότητές τους και στο συγκεκριμένο πεδίο. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές κυβερνοεπιθέσεις εναντίον αμερικανικών οργανισμών και υπηρεσιών να πραγματοποιούνται από την Κίνα με αποκορύφωμα το 2010 και την μαζική κυβερνοεπίθεση που εξαπέλυσαν Κινέζοι χάκερς σε ολόκληρη την ΝΑ Ασία.  Επιπροσθέτως, ΗΠΑ και Κίνα παρακολουθούν στενά τα διαστημικά προγράμματα εκατέρωθεν καθώς το διάστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνολογίας (πύραυλοι κατά δορυφόρων, δορυφόροι παρακολούθησης κτλ). Το Πεκίνο, μάλιστα, ετοιμάζει να θέσει σε πλήρη λειτουργία τον πρώτο του διαστημικό σταθμό μέχρι το 2023 καθώς έχει αποκλειστεί από τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS).

Ο οικονομικός τομέας αποτελεί τον πυρήνα της κρατικής ισχύος. Η άνιση ανάπτυξή της προκαλεί τεράστιες αλλαγές στο συσχετισμό ισχύος του διεθνούς συστήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η μια εκ των δύο υπερδυνάμεων του Ψυχρού Πολέμου κατέρρευσε όχι στρατιωτικά αλλά οικονομικά, ενώ αντίστοιχα η ραγδαία οικονομική άνοδος της Κίνας την καθιστά ημι-υπερδύναμη σήμερα. Οι πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα βρίσκουν τις ΗΠΑ ανάμεσα στις χώρες με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο αφού παράγουν μόνες σχεδόν το 35% του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος [10]. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως καμία από τις παραδοσιακές Μεγάλες Δυνάμεις δεν φαίνεται ικανή στον προβλεπτό χρονικό ορίζοντα να υπερκεράσει τις ΗΠΑ εκτός από την Κίνα.

Οι ΗΠΑ διατηρούν την πρωτοκαθεδρία στον οικονομικό τομέα όμως η οικονομία τους έχει τάση συρρίκνωσης καθώς η σχετική της δύναμη μειώνεται. Οι παράγοντες που συντελούν στην βαθμιαία πτώση της αμερικανικής οικονομικής θέσης εντοπίζονται στο συνεχώς αυξανόμενο κόστος διατήρησης της ηγεμονίας της ανά τον κόσμο (στρατηγική υπερ-εξάπλωση που έχει αντίκτυπο στην αμερικανική οικονομία) και στη συνεχή απώλεια ανταγωνιστικότητας καθώς η βιομηχανική παραγωγή φθίνει αδιάλειπτα [11]. Ενώ οι ΗΠΑ σήμερα αποτελούν τον πρώτο οφειλέτη παγκοσμίως, η επιβράδυνση της οικονομίας τους, αν συνεχιστεί, είναι σχεδόν σίγουρο πως θα έχει επιπτώσεις στην στρατιωτική ικανότητά τους και στην μοιραία συρρίκνωση του πολιτικού τους ρόλου παγκοσμίως.

Στον αντίποδα κινείται η κινεζική οικονομία, η οποία είναι ήδη η δεύτερη παγκοσμίως συνεισφέροντας το 14,6% του παγκοσμίου ΑΕΠ με τάση συνεχούς διεύρυνσης [12]. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός πως ακόμα και σήμερα η Κίνα θεωρείται αναπτυσσόμενη χώρα. Στην περιφέρειά της η Κίνα είναι μακράν η ισχυρότερη οικονομική δύναμη κάτι που δεν μεταφράζεται απόλυτα σε επιρροή καθώς είναι έντονη η παρουσία των ΗΠΑ, η οποία θέτει εμπόδια στην κινέζικη επέκταση [13]. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο ρυθμός ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας είναι εντυπωσιακός καθώς ξεπερνάει τον αντίστοιχο κάθε άλλης μεγάλης δύναμης, αγγίζοντας κατά μέσο όρο το 10% σε ετήσια βάση με τάση μάλιστα να συνεχιστεί αυτή η ανοδική πορεία.

Η Κίνα υπολείπεται μόνο των ΗΠΑ σε έναν άλλο τομέα κρίσιμης σημασίας, αυτόν της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων [14]. Ο εκσυγχρονισμός της κινεζικής οικονομίας, δηλαδή η μετατροπή της από αγροτική σε βιομηχανική, συμβάδισε με την άνοδο του ΑΕΠ της αλλά όχι και με την αύξηση του συνολικού της χρέους το οποίο μειώθηκε στο 9,4% του ΑΕΠ όταν την ίδια στιγμή το αντίστοιχο των ΗΠΑ κυμαίνεται στο 107,6% του αμερικανικού ΑΕΠ  [15]. Επιπροσθέτως, η ραγδαία ανάπτυξη της κινεζικής βιομηχανίας κατέστησε την χώρα σε κορυφαίο εξαγωγέα παγκοσμίως. Τομείς στους οποίους η Κίνα υστερεί έντονα έναντι των ΗΠΑ είναι αυτοί του συνολικού εθνικού πλούτου και του κατά κεφαλήν ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος. Διαθέτει μόλις 27,7 τρις ευρώ συνολικό εθνικό πλούτο όταν οι ΗΠΑ διαθέτουν 217 τρις. δολάρια [16] . Αντίστοιχα, το κατά κεφαλήν ΑΕΕ διαμορφώθηκε για την Κίνα το 2011 σε 8,390 δολάρια όταν στις ΗΠΑ ήταν 48,820 δολάρια. Επίσης, σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας η κινεζική οικονομία υστερεί αισθητά έναντι της αμερικανικής [17].

Συνοψίζοντας τη σύγκριση των δεικτών ισχύος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων της σύγχρονης εποχής, εύλογα εξάγεται το συμπέρασμα πως σήμερα οι ΗΠΑ είναι μοναδική ολοκληρωμένη υπερδύναμη, καθώς διαθέτει ασύγκριτη hard power δηλαδή οικονομική, τεχνολογική, πληθυσμιακή και στρατιωτική ισχύ [18]. Συμπληρωματικά, οι ΗΠΑ διαθέτουν soft power διότι κυριαρχούν στους διεθνείς θεσμούς, διαθέτουν σταθερό πολιτικό σύστημα στο εσωτερικό και ένα ευρύ πλέγμα συμμαχιών στο εξωτερικό καθώς και υψηλή πολιτισμική διείσδυση  παγκοσμίως [19]. Η pax Americana είναι ακριβώς η ηγεμονική ειρήνη που επιβάλλουν δια της ισχύος τους οι ΗΠΑ στον κόσμο από το 1989 μέχρι σήμερα [20] . Εντούτοις, αυτό το μονοπολικό σύστημα φαίνεται να οδεύει προς την δύση του με την ανάδειξη νέων πόλων ισχύος στο διεθνές σύστημα, με προεξέχουσα την Κίνα, οι οποίοι αμφισβητούν ολοένα εντονότερα την αμερικανική πρωτοκαθεδρία σε όλα τα επίπεδα.

Όμως, εξαιτίας της άνισης ανάπτυξης των συντελεστών ισχύος, της οποίας το ισοζύγιο εξακολουθεί να κλίνει προς την Κίνα, το χάσμα με τις ΗΠΑ συρρικνώνεται συνεχώς με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι πιθανή με επίκεντρο πρωτίστως την ΝΑ Ασία. Ίσως η κατοχή πυρηνικού οπλοστασίου από τις δύο δυνάμεις να αποτελέσει τροχοπέδη για την εκδήλωση ενός ακόμα ηγεμονικού πολέμου ο οποίος θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τον πλανήτη. H πρόσφατη κρίση εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19 φαίνεται για την ώρα να μην αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στον ηγεμονικό ανταγωνισμό των δύο δυνάμεων με το Πεκίνο να υιοθετεί μια περισσότερο επιθετική συμπεριφορά στο εξωτερικό (πρόσφατο επεισόδιο στα σύνορα Κίνας-Ινδίας αλλά και στη Σινική θάλασσα). Ο χρόνος μόνο γνωρίζει αν επίκειται αλλαγή της Pax Americana από μια Pax Sinica.

 

[1] Πλατιάς, 1995

[2]  Πλατιάς, 1995

[3]  Πλατιάς, 1995

[4]  Πλατιάς, 1995

[5]  Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[6]  Πλατιάς, 1995

[7]  Παπασωτηρίου, 2009

[8]  Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[9]  Πλατιάς, 1995

[10] Παπασωτηρίου, 2009

[11] Πλατιάς, 1995

See Also

[12] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[13] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[14] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[15] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[16] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[17] Πετρόπουλος, Χουλιαράς, 2013

[18] Πλατιάς, 1995

[19]  Πλατιάς 1995

[20]  Παπασωτηρίου, 2009

 

Βιβλιογραφία

Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος. 2009. Η διεθνής πολιτική στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Ποιότητα.

Πετρόπουλος, Σωτήρης, Αστέρης Χουλιάρας. 2013. Η Κίνα και οι άλλοι. Οι σχέσεις της Κίνας με την Ευρώπη και τον κόσμο. Αθήνα: Παπαζήση.

Πλατιάς, Αθανάσιος. 1995. Το νέο διεθνές σύστημα. Ρεαλιστική προσέγγιση διεθνών σχέσεων. Αθήνα:  Παπαζήση.

View Comments (0)
Scroll To Top