Now Reading
Πανδημίες που άφησαν το στίγμα τους στον κόσμο (Μέρος Α’)

Πανδημίες που άφησαν το στίγμα τους στον κόσμο (Μέρος Α’)

Λοιμός των Αθηνών (430-427 π.Χ)

Κατά το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 430 π.Χ., εκδηλώθηκε πανούκλα στην Αθήνα. Η ασθένεια θα διαρκούσε μέχρι το 427 π.Χ και θα σκότωνε σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού της πόλης-κράτους, που αριθμούσε ως τότε περίπου 300.000 πολίτες. Η αρρώστια έφτασε από την Αφρική μέσω των εμπορικών πλοίων στον Πειραιά. Ο ιστορικός Θουκυδίδης κατέγραψε το ξέσπασμα της πανούκλας στο μνημειώδες έργο του πάνω στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές ήταν το πιο θανατηφόρο επεισόδιο που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα της κλασικής περιόδου.

Ο Θουκυδίδης περιγράφει ότι ο πυρετός ήταν τόσο έντονος που αυτοί που ασθενούσαν προτιμούσαν να είναι γυμνοί παρά να φορούν ρούχα και ήθελαν συνεχώς να βουτάνε στο κρύο νερό. Οι περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν τις πρώτες 7-9 μέρες μετά την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων, ενώ ακόμη και τα όρνια που τρέφονταν με τα κουφάρια τους στους δρόμους αρρώσταιναν και πέθαιναν.

“Λοιμός των Αθηνών”, Νικολά Πουσέν

Πανώλη Ιουστινιανού (541-542 μ.Χ)

Με προέλευση την Κίνα και τη βορειοανατολική Ινδία, η πανώλη (Yersinia pestis) μεταφέρθηκε στην Αφρική μέσω των χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών οδών. Το σημείο προέλευσης για την πανώλη του Ιουστινιανού ήταν η Αίγυπτος. Ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος της Καισάρειας (500-565 μ.Χ.) αναφέρει ότι η αρχή έγινε στις βόρειες και ανατολικές ακτές του Νείλου. Σύμφωνα με τη συγγραφέα Wendy Orent, η ασθένεια εξαπλώθηκε προς δύο κατευθύνσεις: Βόρεια στην Αλεξάνδρεια και ανατολικά προς την Παλαιστίνη.

Το μέσον μετάδοσης της πανώλης ήταν ο μαύρος αρουραίος, ο οποίος ταξίδευε στα καράβια με τα σιτηρά που αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη. Αποθηκευμένο σε τεράστιες αποθήκες, το σιτάρι παρείχε το τέλειο μέρος αναπαραγωγής για τους ψύλλους και τους αρουραίους, που μετέδωσαν την πανώλη στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο Προκόπιος ανέφερε σχεδόν 10.000 θανάτους την ημέρα μόνο στην Κωνσταντινούπολη. Η εκτίμησή του, όμως, έχει αμφισβητηθεί από τους σύγχρονους ιστορικούς που εκτιμούν 5.000 θανάτους την ημέρα στην πρωτεύουσα. Έτσι, το 20-40% των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης έχασε τελικά τη ζωή του λόγω της ασθένειας. Σε όλη την υπόλοιπη αυτοκρατορία, σχεδόν το 25% του πληθυσμού χάθηκε με εκτιμήσεις που κυμαίνονταν από 25-50 εκατομμύρια άτομα συνολικά.

Μαύρος Θάνατος (1347 μ.Χ)

Ο Μαύρος Θάνατος ήταν μια καταστροφική πανδημία βουβωνικής πανώλης που έπληξε την Ευρώπη και την Ασία στα μέσα του 1300. Η πανούκλα έφθασε στην Ευρώπη τον Οκτώβριο του 1347, όταν δώδεκα πλοία από τη Μαύρη Θάλασσα αγκυροβόλησαν στο λιμάνι της Μεσίνα στη Σικελία. Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στις αποβάθρες ήρθαν αντιμέτωποι με μια τρομακτική εμπειρία: Οι περισσότεροι ναυτικοί στα πλοία ήταν νεκροί και αυτοί που ζούσαν ήταν σοβαρά άρρωστοι και καλύπτονταν από μαύρα στίγματα με αίμα και πύον. Οι αρχές της Σικελίας διέταξαν βιαστικά τον στόλο να φύγει από το λιμάνι, αλλά ήταν πολύ αργά. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ο Μαύρος Θάνατος θα σκότωνε περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της ηπείρου.

Οι συνέπειες από αυτήν την αρρώστια ήταν τόσο τρομακτικές που Αγγλία και Γαλλία τερμάτισαν τον πόλεμο και σύναψαν ειρήνη γιατί οι πληθυσμοί τους θερίστηκαν από την πανώλη. Οι Βίκινγκς επίσης ανέστειλαν τις εξερευνήσεις τους στη Βόρεια Αμερική.

Ευλογιά

Πριν την ανακάλυψη του εμβολιασμού με τον ιό της δαμαλίτιδας, η πιο κοινή μορφή της ευλογιάς σκότωνε σχεδόν το 30% των θυμάτων της, ενώ παράλληλα άφηνε δυσμορφίες σε πολλούς άλλους. Αλλά τα αποτελέσματα ήταν ακόμη χειρότερα στην Αμερική, η οποία δεν είχε εκτεθεί στον ιό πριν από την άφιξη των Ισπανών και των Πορτογάλων κατακτητών. Οι πληθυσμοί των Ίνκας είχαν σχεδόν αφανιστεί πριν ακόμη φτάσει ο Francisco Pizarro, κάνοντας την αυτοκρατορία ασταθή και ευάλωτη. Επίσης, κατέστρεψε τους πληθυσμούς των Αζτέκων.

Στην πραγματικότητα, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η ευλογιά και άλλες ευρωπαϊκές ασθένειες μείωσαν τον πληθυσμό της Βόρειας και Νότιας Αμερικής κατά 90%, ένα χτύπημα πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε ήττα σε μάχη. Αναγνωρίζοντας τη δύναμη που έχουν τα βιολογικά όπλα, ο Λόρδος Jeffrey Amherst, αρχηγός των βρετανικών δυνάμεων στη Βόρεια Αμερική κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίων των Ινδιάνων το 1763, πετούσε στους εχθρούς κουβέρτες μολυσμένες με ευλογιά.

Αξίζει να αναφέρουμε πως κι οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι μαζί σκότωσαν περίπου 120 εκατομμύρια ανθρώπους. Στον ίδιο αιώνα, η ευλογιά σκότωσε πάνω από τους διπλάσιους. Ως ιστορικός και πολιτικός της εποχής, ο Thomas Macaulay μας έδωσε μια τρομερή περιγραφή της πραγματικότητας: “Η ευλογιά είναι πάντα εδώ. Γεμίζει το προαύλιο της  εκκλησίας με πτώματα, βασανίζει με συνεχή τρόμο αυτούς που δεν έχουν κολλήσει ακόμη. Όταν δε σκοτώνει, αφήνει φρικτά σημάδια της δύναμής της. Μετατρέπει το μωρό σε τέρας που μπροστά του η ίδια η μάνα ανατριχιάζει. Και τα μάγουλα της παρθένας σε αντικείμενα τρόμου για τον εραστή της.”

Στη Βρετανία του 16ου αιώνα, ο Άγγλος γιατρός Edward Jenner έκανε το πρώτο πετυχημένο εμβόλιο κατά της ευλογιάς και μερικά χρόνια αργότερα άνοιξε με δικά του έξοδα ένα μικρό νοσοκομείο δίπλα στο ιατρείο του και άρχισε να εμβολιάζει εθελοντές δωρεάν. Περίπου 18 μήνες αργότερα, η ευλογιά που θέριζε τον ανθρώπινο πληθυσμό για τρεις χιλιετίες, μειώθηκε κατά 75% στην Αγγλία. Το 1980, ο Παγκόσμιος Οργανισμός υγείας δήλωσε ότι η ευλογιά εξαφανίστηκε.

Χολέρα

Δεν είναι σαφές πότε ακριβώς η χολέρα έπληξε τους ανθρώπους. Κείμενα από την Ινδία του 5ου αιώνα και την Ελλάδα του 4ου αιώνα περιγράφουν μεμονωμένα περιστατικά ασθενειών που μοιάζουν με χολέρα. Μια, όμως, από τις πρώτες λεπτομερείς καταγραφές της χολέρας προέρχεται από τον Gaspar Correa, Πορτογάλο ιστορικό και συγγραφέα, ο οποίος το 1543 περιέγραψε την ασθένεια στο δέλτα του ποταμού Γάγγη της Ινδίας.

Οι ντόπιοι αποκαλούσαν τη νόσο “moryxy” και, σύμφωνα με πληροφορίες, τα θύματα σκοτώνονταν μέσα σε 8 ώρες από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Επίσης, είχαν ένα ποσοστό θνησιμότητας τόσο υψηλό ώστε οι ντόπιοι δυσκολεύονταν αφάνταστα να θάψουν όλους τους νεκρούς. Τους επόμενους αιώνες είχαμε πολλές ακόμη καταγραφές χολέρας στην Ινδία από Πορτογάλους, Βρετανούς και Ολλανδούς εξερευνητές.

See Also

Η πρώτη πανδημία χολέρας ξέσπασε στο Jessore της Ινδίας το 1817 και προήλθε από μολυσμένο ρύζι. Η ασθένεια εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Ινδία, τη Μιανμάρ και τη Σρι Λάνκα φτάνοντας στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία. Η πανδημία εξαφανίστηκε 6 χρόνια μετά την έναρξη της, πιθανότατα χάρη στο σοβαρό χειμώνα του 1823-1824, ο οποίος σκότωσε  τα βακτήρια που ζούσαν στο νερό.

Η δεύτερη πανδημία χολέρας ξεκίνησε γύρω στο 1829. Το φθινόπωρο του 1830, η χολέρα έφτασε στη Μόσχα. Η εξάπλωση της ασθένειας επιβραδύνθηκε προσωρινά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά ξέσπασε και πάλι την άνοιξη του 1831, φτάνοντας στη Φινλανδία και την Πολωνία. Στη συνέχεια, πέρασε στην Ουγγαρία και τη Γερμανία. Από εκεί, η ασθένεια εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Βρετανίας για πρώτη φορά μέσω του λιμανιού του Σάντερλαντ στα τέλη του 1831 και του Λονδίνου την άνοιξη του 1832. Η Βρετανία ενέκρινε διάφορες ενέργειες για να βοηθήσει στην εξάλειψη της νόσου.

Τελικά, η λύση δόθηκε από το Βρετανό γιατρό, John Snow, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πατέρες της σύγχρονης επιδημιολογίας. Ο Snow χαρτογράφησε προσεκτικά τα περιστατικά χολέρας στην περιοχή Soho του Λονδίνου, κάτι που του επέτρεψε να εντοπίσει την πηγή της νόσου στην περιοχή: Το μολυσμένο νερό από τις δημόσιες αντλίες. Έτσι, έπεισε τους αξιωματούχους να αφαιρέσουν τη λαβή της αντλίας, προτρέποντας παράλληλα τους κατοίκους να αντικαταστήσουν το νερό με μπύρα! Τα περιστατικά χολέρας στην περιοχή μειώθηκαν ακαριαία.

[Ακολουθεί Μέρος Β’]

View Comments (0)
Scroll To Top