Now Reading
Pop: Η κουλτούρα των πολλών

Pop: Η κουλτούρα των πολλών

Είδος μουσικής που θεωρητικά χρονολογείται από την βικτωριανή εποχή (1837 – 1901), όταν ο καλλιτέχνης χρειαζόταν πλέον ένα ελκυστικό τραγούδι ώστε να προσεγγίσει περισσότερο κόσμο και άρα να γίνει εκείνος και η δουλειά του αναγνωρίσιμοι.

Η εκ των υστέρων ηχογράφηση του 20ού αιώνα φυσικά έρχεται να εξελίξει τρανταχτά τα πράγματα στον ήχο και κατ’ επέκταση στην τέχνη.

Γύρω στο 1920 και μετά, με την γέννηση του ραδιοφώνου, την εκπομπή τραγουδιών σε μαζική ακτίνα, και την άνοιξη της δισκογραφίας, παρατηρείται για πρώτη φορά αυτή η τάση που αν και λειτουργική, δεν έχει καταφέρει να βρει τους υποστηρικτές της σαν είδος μουσικής πια. Καλλιτέχνης της τότε μουσικής σκηνής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αστέρι του είδους που έμελλε να γεννηθεί από ώρα σε ώρα και να επηρεάσει όλο το οπτικοακουστικό στερέωμα των επόμενων δεκαετιών, ήταν και ο Frank Sinatra.

Ουσιαστικά γεννημένη πια στο Λονδίνο κατά την δεκαετία του 1950, η pop μουσική αποτελεί μέρος του pop art κινήματος που αναπτύχθηκε αρχικά στην Μ. Βρετανία, και αργότερα φυσικά στην Αμερική. Μάλιστα, τα περίφημα pop μουσικά charts δεν υπήρχαν πριν το 1952 όπου έγινε η πρώτη Top 20 καταγραφή.

Η ανάγκη των καλλιτεχνών, εικαστικών και μουσικών, να τονίσουν μέσω της δουλειάς τους την υπερβολή στα πράγματα και την τέχνη, η αντίδρασή τους ως προς την σοβαρότητα των διανοούμενων της εποχής, αλλά και η ανάγκη τους για περαιτέρω εξέλιξη κινημάτων όπως ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός, ήταν οι συντεταγμένες εκείνες που οδήγησαν στην δημιουργία της pop αισθητικής, προβάλλοντας κατά κύριο λόγο σύμβολα του καταναλωτισμού. Εξού και η ονομασία pop που προέρχεται από την αγγλική λέξη popular(ελληνιστί : δημοφιλής-ής-ές).

Η pop μουσική γεννήθηκε κυρίως χάρη στις προσπάθειες του ζωγράφου Richard Hamilton (1922 – 2011), ενώ πίσω από την ονομασία του κινήματος της pop art, συναντάμε τον Βρετανό κριτικό τέχνης Lawrence Alloway (1926 – 1990), ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο το 1958, αν και καθιερώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, με σημείο αναφοράς την δεκαετία του ’60 όπου συναντάμε και την μεγαλύτερη απήχηση του κινήματος.

Μέχρι τότε, οι εν λόγω καλλιτέχνες αναφέρονταν και κατηγοριοποιούνταν ως Dada  με αναφορά στο κίνημα του Ντανταϊσμού, που από πολλούς θεωρείται αν όχι πρόδρομος της pop art, ισχυρότατη επιρροή. Tο κίνημα αυτό αναπτύχθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τάχθηκε υπέρ της αισθητικής αναρχίας και αποτέλεσε μια διαμαρτυρία ενάντια στην βαρβαρότητα του πολέμου. Χαρακτηρίστηκε από εσκεμμένο παραλογισμό και απόρριψη των κυρίαρχων ιδεών της τέχνης και εκφράστηκε μέσα από τις εικαστικές τέχνες, την λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και την γραφιστική.

Το κοινό των δύο αυτών κινημάτων αφορά στον σκοπό, λοιπόν, τον οποίο μέσα σε άλλους υπηρέτησαν, και αυτός ήταν σε γενικότερα πλαίσια ο περιορισμός της διάκρισης ανάμεσα σε “εμπορική” και “υψηλή” τέχνη. Μία από τις καλύτερες, μάλιστα, περιγραφές της pop art, είναι αυτή του ίδιου του Hamilton  που χαρακτήρισε το κίνημα ως “δημοφιλές, προσωρινό, χαμηλού κόστους, βιομηχανικό, νεαρό, πνευματώδες, σέξι, μαγικό, γοητευτικό και μεγάλη επιχείρηση”.

Έμπνευση του κινήματος αποτέλεσαν οι εικόνες της καταναλωτικής κοινωνίας και της λαϊκής κουλτούρας, μοτίβα που αποδόθηκαν με υπερβολή, σάτιρα, έντονα χρώματα, αυθορμητισμό. Η διαφήμιση και τα κόμιξ επίσης, αλλά και οι εικαστικές τεχνοτροπίες του κολάζ, του φωτομοντάζ και της συναρμολόγησης συνέβαλαν κι αυτά με την σειρά τους στην όλη pop αισθητική, που εν τέλει κρίθηκε ως μαζική κουλτούρα και φυσικά εμπορική τέχνη που απευθύνεται στους πολλούς.

Και ενώ η Μ. Βρετανία γέννησε την pop art (Jasper Johns, Robert Rauschenberg κ.α.), η Αμερική – λόγω οικονομίας για αρχή – κατάφερε να την μεγαλώσει (Andy Warhol, Roy Lichtenstein, κ.α.). Αξίζει να σημειωθεί πως από τότε που ο διάσημος Αμερικανός αρτίστας Andy Warhol έβαλε την φωτογραφία μιας μπανάνας στο εξώφυλλο ενός δίσκου των The Velvet Underground, το εξώφυλλο άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ένα σοβαρών καλλιτεχνικών απαιτήσεων στοιχείο της παραγωγής ενός δίσκου 33 στροφών.

Εκείνοι, ωστόσο, που επηρέασαν όσο κανείς το τότε μουσικό γίγνεσθαι ήταν οι The Beatles (’60s) οι οποίοι κατάφεραν πέραν του να κυριαρχήσουν πάμπολλες φορές στα music charts Βρετανίας και Αμερικής, να επηρεάσουν μια ολόκληρη γενιά αναμιγνύοντας την pop με την rock μουσική.

Ένας ακόμη σημαντικός καλλιτέχνης άρρηκτα συνδεδεμένος με το ύφος και την αισθητική της pop ήταν ο τραγουδιστής και πιανίστας Elton John (’70s).

See Also

Κατά την δεκαετία του ’80, στο pop στερέωμα ξεχωρίζουμε τους Wham και τον George Michael, τους Jackson 5, ένας εκ των οποίων ήταν μέχρι το 1984 ο Michael Jackson που σαν solo έκτοτε artist  κατάφερε να σηκώσει στην πλάτη του τον τίτλο του “Βασιλιά της Pop” με 4 ολόκληρες δεκαετίες καριέρας, και με τις πωλήσεις των δίσκων του να ξεπερνούν τα 750 εκατομμύρια. Θεωρείται, φυσικά, μέχρι σήμερα ένας θρύλος της παγκόσμιας μουσικής και ένας σημαντικός δάσκαλος για πολλούς μετέπειτα καλλιτέχνες.

Επιπροσθέτως “Η Βασίλισσα της Pop” Madonna, υπήρξε μια γυναίκα σύμβολο από το ’80 και μετά λόγω της διαχρονικής επιτυχίας της στα μουσικά δρώμενα και της ικανότητάς της να προσαρμόζεται και να καθιερώνει νέες τάσεις στη mainstream μουσική πραγματικότητα. Επηρέασε εξίσου αρκετούς καλλιτέχνες, προκάλεσε, δημιούργησε, ανταμείφθηκε.

Κατά την δεκαετία του ’90 συναντάμε την τάση των Boybands (East 17, Take That, Backstreet Boys, Ν’ Sync, κλπ.). Σημειωτέον πως οι μόνοι που κατάφεραν να διατηρήσουν μια solo έκτοτε μουσική καριέρα ήταν ο Robbie Williams από τους Take That και ο Justin Timberlake από N’ Sync. H θηλυκή ωστόσο εκδοχή ενός pop band, με σημείο αναφοράς τις Spice Girls, έδειξε πως και αυτό το trend μπορεί να φέρει τεράστια νούμερα σε πωλήσεις δίσκων και κυριαρχία στα charts. Στην Αμερική οι solo γυναικείες πορείες που ξεχωρίζουν αφορούν ονόματα όπως η Mariah Carey, η Britney Spears, η Christina Aguilera κ.α.

Από το 2000 και μετά, οι ήχοι σε παγκόσμια ακτίνα μπερδεύονται μεταξύ τους, οι επιρροές και τα είδη αυξάνονται, και οι γρήγοροι ρυθμοί της νέας πλέον εποχής που ξετυλίγεται στο οπτικοακουστικό φάσμα, εγκυμονούν πολλούς καλλιτέχνες, νέες κάθε τόσο τάσεις, και διαφορετικές προσεγγίσεις. Καθαρόαιμους pop ήχους σήμερα θα λέγαμε πως συναντάμε σε καλλιτέχνες όπως ο Justin Bieber, ή η φρέσκια Billie Eilish και φυσικά στην Lady Gaga, που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως η “νέα Madonna”.

Ωστόσο, η pop κουλτούρα στο φάσμα του ήχου, περνώντας μέσα από τις δεκαετίες, δάνεισε και δανείστηκε χαρακτηριστικά και φόρμες, με αποτέλεσμα να προκύψουν και άλλες μορφές της, όπως η pop rock, synth pop, britpop, latin pop, country pop, electropop, soul pop, κ.α.

Είναι πια προφανές πως η κουλτούρα της pop συνδέεται πολύ άμεσα με τον παγκοσμιοποιημένο αλλά και ψηφιοποιημένο κόσμο. Είναι επίσης προφανές, πως αν δούμε τα στοιχειώδη εμπορικά συστατικά του ήχου – διάρκεια τραγουδιού / δομή / μουσική παραγωγή / performance η pop δεν υπήρξε ποτέ ένα σαφές είδος, παρά μία σαφής συνταγή επιτυχίας που καταναλώνει και καταναλώνεται. Και αυτό, για εκείνη και τους οπαδούς της, είναι επιτυχία.

View Comments (0)
Scroll To Top