Now Reading
Πώς η βιομηχανική επανάσταση εδραίωσε την παιδική εργασία

Πώς η βιομηχανική επανάσταση εδραίωσε την παιδική εργασία

Την περίοδο του 1760 – 1860 στη Μεγάλη Βρετανία οι οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές αλλαγές οδήγησαν στην εκβιομηχάνιση. Το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας ακολούθησαν κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, αλλά και οι Η.Π.Α. Η ιστορική αυτή περίοδος, δεν έφερε μόνο αλλαγές στην οικονομία αλλά καθιέρωσε και την παιδική εργασία. Ένα φαινόμενο που ακόμα και σήμερα υπάρχει σε πολλές χώρες.

Η παιδική εργασία προϋπήρχε στην προβιομηχανική περίοδο, αλλά με διαφορετική μορφή. Τα παιδιά απασχολούνταν σε οικιακές και αγροτικές δουλειές ή στέλνονταν για μαθητεία στα εργαστήρια προκειμένου να μάθουν κάποια τέχνη. Το όριο ηλικίας των εργαζομένων καθώς και οι κλάδοι απασχόλησης διαφέρουν από περίοδο σε περίοδο. Τον Μεσαίωνα, για παράδειγμα, το παιδί θεωρούταν ικανό να δουλέψει όταν το επέτρεπε το σώμα του.

Έως τον 13ο αιώνα, τα παιδιά δεν είχαν αξία τόσο για την οικογένεια όσο και για την κοινωνία καθώς δεν έβγαζαν χρήματα. Η κατάσταση αυτή αλλάζει για τα παιδιά των αστικών οικογενειών τον 18ο αιώνα, αντιθέτως στις αγροτικές οικογένειες συνεχίζουν να θεωρούνται ανάξια. Για να πάψει αυτό να συμβαίνει, θα χρειαστεί η παρέμβαση του κράτους, που θα θεσπίσει το κατώτατο όριο ηλικίας για εργασία και την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Συγχρόνως, με την αναβάθμιση της παιδικής ηλικίας δημιουργούνται και οι προϋποθέσεις για την απασχόληση των παιδιών στο χώρο του εργοστασίου από την αστική τάξη. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε τον υπεύθυνο που μετέτρεψε τα παιδιά σε μια νέου τύπου εργατική δύναμη, πρέπει να κοιτάξουμε προς τα σαλόνια της αστικής τάξης.

Η εδραίωση της βιομηχανικής περιόδου μείωσε τη σημασία των τεχνιτών στην παραγωγή. Πλέον, η εργασία αφορούσε την επίβλεψη και την τροφοδοσία του παραγωγικού μέσου. Μια εργασία σχετικά εύκολη που μπορούσαν να την αναλάβουν τα παιδιά. Η απλούστευση της εργασίας κατάργησε την περίοδο της μαθητείας. Οι εργάτες πλέον ήταν παραγωγικοί από την είσοδό τους στο εργοστάσιο.

Οι τεχνολογικές μεταβολές που έγιναν στη βιομηχανική επανάσταση μπορούν να εξηγήσουν την μαζική εισροή των παιδιών στη βιομηχανία. Τα εργοστάσια χρειάζονταν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό που θα εργαζόταν σύμφωνα με τους ρυθμούς που επέβαλλαν οι μηχανές. Τα παιδιά ανταποκρίνονταν σ’ αυτό το νέο μοντέλο που είχε προκύψει. Επιπλέον, οι νεαροί εργάτες δεν είχαν τις υποχρεώσεις των ενηλίκων (π.χ. υποχρεωτική στράτευση και αγροτικές εργασίες) επομένως, μπορούσαν να βρίσκονται μόνιμα στο εργοστάσιο.

Ένας ακόμα λόγος που εξηγεί την μαζική είσοδο των παιδιών στα εργοστάσια είναι η άρνηση των ενήλικων εργατών να καταλάβουν αυτές τις θέσεις εργασίας που προορίζονταν για ανειδίκευτους, καθώς πίστευαν ότι το εργοστάσιο ισοδυναμούσε με σκλαβιά. Αλλά και οι εργοστασιάρχες προτιμούσαν τα παιδικά εργατικά χέρια γιατί δεν αμείβονταν με χρηματικό ποσό, αντ’ αυτού τους προσέφεραν τροφή και στέγη. Τέλος, υπήρχε συμφωνία μεταξύ των βιομηχάνων και των ενοριών. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε τη «στρατολόγηση» των εγκαταλελειμμένων παιδιών ή των ορφανών που ζούσαν στα πτωχοκομεία ως «μαθητευόμενων άπορων».

Η χώρα στην οποία το φαινόμενο της παιδικής εργασίας έλαβε μεγάλες διαστάσεις ήταν η Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, ιδιαίτερα στον τομέα της βαμβακουργίας. Η παιδική εργασία επεκτάθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το 19ο αιώνα στη Γερμανία υπήρχαν οι «σχολές βιομηχανίας», ενώ στη Γαλλία την ίδια περίοδο τα παιδιά αποτελούσαν το 1/3 του εργατικού δυναμικού. Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση σ’ αυτό το φαινόμενο: Το 19ο και τον 20ο  αιώνα τα κορίτσια εργάζονταν ως υπηρέτριες κάτω από αντίξοες συνθήκες. Αποκορύφωμα αυτής της εκμετάλλευσης ήταν μια μορφή σωματεμπορίας των παιδιών στις επαρχίες της Γορτυνίας και της Κορινθίας στα τέλη του 19ου  αιώνα. Το φαινόμενο αυτό σχεδόν εξαλείφθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα χάρη στη δράση του φιλανθρωπικού συλλόγου «Παρνασσός» και στην ίδρυση της σχολής «απόρων παίδων».

Οι λόγοι που ανάγκαζαν τα αγόρια να βγουν στη βιοπάλη διαφέρουν από αυτούς των κοριτσιών. Πρώτα από όλα, πρέπει να αναφερθεί ότι την απόφαση για εργασία δεν την έπαιρναν τα ίδια τα παιδιά αλλά οι κηδεμόνες τους. Ο πρώτος λόγος είναι ο προφανής. Η οικογένεια αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, άρα το παιδί έπρεπε να συνεισφέρει στα οικογενειακά έξοδα. Ένας άλλος λόγος που ωθούσε τα αγόρια να εργάζονται στην τρυφερή τους ηλικία ήταν η μελλοντική επαγγελματική αποκατάστασή τους. Η οικογένεια πίστευε ότι αναγκάζοντας τα αγόρια να εργαστούν, τους προσέφερε τη δυνατότητα εκπαίδευσης – κάτι που συνεπαγόταν την κοινωνική τους άνοδο.

Αυτό δεν ίσχυε για τα κορίτσια, καθώς ο προορισμός τους ήταν ο γάμος. Έτσι, εργάζονταν μόνο για οικονομικούς λόγους και μέχρι να παντρευτούν. Στην πλειονότητά τους τα κορίτσια ξεκινούσαν να εργάζονται σε μικρότερη ηλικία από τα αγόρια. Αυτό συνέβαινε για να εκμεταλλευτούν όσο το δυνατόν περισσότερο το χρονικό διάστημα πριν το γάμο τους, γεγονός που τα ανάγκαζε να σταματήσουν το σχολείο και τους στερούσε τη στοιχειώδη μόρφωση.

Η ελληνική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη στις αρχές του 20ού αιώνα με το τραγικό αποτέλεσμα του πολέμου. Μαζί με την ήττα έφτασε και ένας τεράστιος αριθμός προσφύγων από την Μικρά Ασία στην ήδη χρεοκοπημένη Ελλάδα, που παρά τις δυσκολίες έπαιρνε μέτρα για να αναπτύξει τη βιομηχανία της. Ανάμεσα στους 15.000.000 πρόσφυγες υπήρχαν πολλά ορφανά παιδιά. Η παρουσία τους συνέβαλλε στην αύξηση της παιδικής εργασίας που είχε αρχίσει να εδραιώνεται, καθώς οι θέσεις εργασίας είχαν μείνει κενές εξαιτίας των χρόνιων επιστρατεύσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά απασχολήθηκαν στα καλτσοποιία και  στα ταπητουργεία.

Οι συνθήκες εργασίας τα πρώτα χρόνια στα μεγάλα εργοστάσια αλλά και στις βιομηχανίες ήταν αντίξοες. Οι κανόνες υγιεινής ήταν ανύπαρκτοι καθώς δεν υπήρχαν νιπτήρες και πόσιμο νερό. Πολλές φορές υπήρχε μόνο ένα ποτήρι, το οποίο χρησιμοποιούσαν όλοι οι εργάτες, την εποχή που η φυματίωση και άλλες ασθένειες μάστιζαν τα νεαρά άτομα των λαϊκών τάξεων. Οι χώροι εργασίας ήταν ακατάλληλοι και ανθυγιεινοί. Τα μικροεργαστήρια είχαν ελάχιστα κεφάλαια, τα οποία δεν διέθεταν για να καλυτερεύσουν τις συνθήκες εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, ο χώρος εργασίας ήταν το πατάρι του καταστήματος ή ακόμα και το υπόγειο, όπου δεν υπήρχε ούτε φως.

Σ’ αυτές τις συνθήκες προστίθεται και η επιλογή των βιομηχάνων να παραγγέλνουν τα μηχανήματα χωρίς προστατευτικά καλύμματα για να εξοικονομήσουν χρήματα. Αυτή τους η ενέργεια αύξησε τον αριθμό των εργατικών ατυχημάτων. Πολλά παιδιά έπεσαν θύματα θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος στους κλάδους της υφαντουργίας και της μηχανουργίας. Στα κλωστήρια πολλά παιδιά πέθαναν ή ακρωτηριάστηκαν προσπαθώντας να μαζέψουν το βαμβάκι κάτω από τις κλωστικές μηχανές. Οι αποζημιώσεις για τα εργατικά ατυχήματα ήταν ελάχιστες και βασίζονταν στη φιλανθρωπία του εργοδότη. 

See Also

Οι εργατοώρες των ανηλίκων δε διέφεραν από αυτές των ενήλικων, ακόμα και μετά την ψήφιση νόμων το 1911 που αφορούσαν την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων. Οι εργάτες δούλευαν συνήθως 12 ώρες την ημέρα. Δεν έλειπαν και οι περιπτώσεις που οι ώρες εργασίας ανέρχονταν στις 14. Στις αρχές του 20ού  αιώνα, οι ώρες μειώθηκαν από 12 σε 10. Οι βιομήχανοι, όμως, παραβίαζαν τον νόμο κυρίως στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας τις περιόδους που η παραγωγή ήταν αυξημένη. Αρκετές φορές, η παραβίαση αυτή γινόταν με τη συγκατάθεση των εργατριών. Ακόμα κι όταν οι βιομήχανοι μηνύθηκαν από τους επιθεωρητές και παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο, τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν ήταν τα χαμηλότερα με τη δικαιολογία της υποστήριξης της βιομηχανίας.

Η κυβέρνηση της Βρετανίας ήθελε να περιορίσει με νομοθεσία την παιδική εργασία, αλλά συνάντησε αντίσταση από τους βιομηχάνους που πίστευαν ότι βοηθούσαν τους φτωχούς ή απλά ήταν ικανοποιημένοι με τα φτηνά εργατικά χέρια. Παρά την αντιπαράθεση, το 1833 και το 1844 ψηφίστηκαν οι «Factory Acts» που ήταν γενικοί νόμοι κατά της παιδικής εργασίας. Χρόνια αργότερα, μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κι αφού είχαν γίνει γνωστά στο κοινό τα όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες των εργοστασίων, η παιδική εργασία απασχόλησε τη διεθνή κοινότητα.

Το 1919 πραγματοποιήθηκε η πρώτη διεθνής διάσκεψη εργασίας, όπου ορίστηκε η ελάχιστη αποδεκτή ηλικία των εργαζομένων στη βιομηχανία και διευθετήθηκαν ζητήματα που αφορούσαν τη νυχτερινή εργασία. Τα επόμενα δύο χρόνια ορίστηκε η ελάχιστη ηλικία των νέων στη ναυτιλία και στην αγροτική οικονομία.

Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν πάνω από πενήντα χρόνια για να οριστεί το 1973 η επιτρεπτή ηλικία των εργαζομένων (δεν έπρεπε να είναι μικρότερη από αυτή που απαιτείται για να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική τους εκπαίδευση και να είναι τουλάχιστον 15 ετών). Η σημαντική νίκη για τα δικαιώματα του παιδιού κερδήθηκε το 1989 όταν 187 κράτη αναγνώρισαν το δικαίωμα του παιδιού να προστατεύεται από την οικονομική εκμετάλλευση και να μην εκτελεί οποιαδήποτε εργασία που μπορεί να βλάψει την υγεία του (σωματική και ψυχική). Με αυτή τη σύμβαση, τα κράτη-μέλη όρισαν το κατώτερο όριο ηλικίας σύμφωνα με το οποίο το παιδί μπορεί να εργαστεί, ρύθμισαν τα ωράρια και τις συνθήκες εργασίας και προέβλεψαν τις κατάλληλες ποινές για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των προβλεπόμενων. 

Αδιαμφισβήτητα, η παιδική εργασία υπάρχει πολύ πριν τη βιομηχανική επανάσταση. Η εδραίωσή της, όμως, έγινε τον 19ο αιώνα. Στα πρώτα χρόνια του, πολλές οικογένειες ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την αγροτική οικονομία στη βιομηχανική δεν καλυτέρευσε τη ζωή τους, απλά άλλαξε το φορέα της εξουσίας. Οι γαιοκτήμονες αντικαταστάθηκαν από τους βιομηχάνους και οι φτωχές οικογένειες βρίσκονταν κάτω από το έλεός τους. Όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα και τα παιδιά, αναγκάζονταν να εργαστούν σε αντίξοες συνθήκες. Οι βιομήχανοι, όπως και οι γαιοκτήμονες, συνέχιζαν να τους προσλαμβάνουν ως ενιαίες μονάδες.

Αν και η παιδική εργασία είναι κάτι το απάνθρωπο που απαγορεύει στο παιδί να αναπτυχθεί τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, αποτέλεσε μία εξαιρετική λύση για την τάξη των βιομηχάνων, καθώς στο πρόσωπό τους έβλεπαν φτηνό και παραγωγικό εργατικό δυναμικό. Από το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και μετά, έγιναν αξιότιμες προσπάθειες για να περιοριστεί αρχικά και έπειτα να απαγορευτεί η παιδική εργασία, δυστυχώς όμως, μέχρι και σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά στις χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής που είναι αναγκασμένα να εργάζονται για την επιβίωσή τους. Τρανταχτό παράδειγμα, η “Fast Fashion” όπως έχει περιγράψει η Μαρία Στεφιάδου στο άρθρο της “Πόσο ηθική είναι η γρήγορη μόδα των €9,99;” (διάβασέ το, εδώ).

 

View Comments (0)
Scroll To Top