Now Reading
Ρενέ Μαγκρίτ: Ο “κος Μέσος Όρος” ή αλλιώς ο “πάπας της ποπ αρτ”  

Ρενέ Μαγκρίτ: Ο “κος Μέσος Όρος” ή αλλιώς ο “πάπας της ποπ αρτ”  

“Ο άνθρωπος με το καπέλο είναι ο Κος Μέσος Όρος σε όλη την ανωνυμία του […] Κι εγώ φοράω καπέλο. Δεν έχω καμιά ιδιαίτερη επιθυμία να ξεχωρίσω από το πλήθος.”

Ένας επαναστάτης με γραβάτα ή ένας συντηρητικός εξτρεμιστής; Ένας εραστής της τέχνης ή ένας μισητός εχθρός της κανονικότητας; Ένας “πάπας της ποπ αρτ” ή ένας δούλος του σουρεαλιστικού υποσυνείδητου;

Ο ανατρεπτικός κος Μέσος Όρος, Ρενέ Μαγκρίτ ως άλλος κουστουμαρισμένος ήρωας των έργων του, διάβαινε τις φιλήσυχες οδούς των Βρυξελλών όπου διέμενε καθώς αναζητούσε με το φακό της σκέψης του τα κλειδιά για να ανοίξει τις πόρτες του συνειδητού αγγίζοντας το ασυνείδητο, τα εργαλεία για να οπτικοποιήσει τη σκέψη του σε κάθε πίνακα ζωγραφικής του.

Τα έργα του ως άλλα μαργαριτάρια γεννώνται όταν ένας εξωγενής παράγοντας διαταράσσει την εσωτερική ισορροπία ενεργώντας καταλυτικά στη διαδικασία παραγωγής ενός πολύτιμου λίθου ή αλλιώς ενός καλλιτεχνικού έργου. Γιος εύπορου, Βέλγου βιοτέχνη, ο Μαγκρίτ βιώνοντας σε ηλικία 14 ετών την τραυματική απώλεια της μητέρας του (εξωγενής παράγοντας) και τη συνακόλουθη κοινωνική απομόνωση έπειτα από την αυτοκτονία της στα παγωμένα νερά του ποταμού, ανάγει την εικόνα της σε σύμβολο της τέχνης του (έργο-πολύτιμος λίθος). Η μορφή μίας γυναίκας καλυμμένης με το φόρεμά της επανέρχεται επανειλημμένα στη ζωγραφική του για να παγώσει στον καλλιτεχνικό χρόνο την εικόνα της νεκρής μητέρας του όταν την ανέσυραν από τον ποταμό. Μία οδυνηρή τραυματική εμπειρία εικονοποιείται συνεχώς στα έργα του, ξεπαγώνοντας τη δίψα για δημιουργία.

L’ Homme au Chapeau Melon 1964. The Son of Man (Photo Credits: renemagritte.org)

Οι πίνακές του αναγεννούν τον κυβισμό του Πάμπλο Πικάσο, καθώς μεταμορφώνονται σε «μανιφέστα» του υπερρεαλισμού, ενός υπερρεαλισμού Μαγκριτιανών διαστάσεων. “Το να είσαι σουρεαλιστής σημαίνει ότι απαγορεύεις στον εγκέφαλό σου να θυμάται όσα έχεις δει και ότι είσαι πάντα σε επιφυλακή για αυτό που ποτέ δεν υπήρξε,” θα δηλώσει ως πιστός μύστης ενός άναρχου χάους που εκπροσωπεί ο υπερρεαλισμός του Αντρέ Μπρετόν, μέσα από τον αρχέγονο πόθο για υπέρβαση της πραγματικότητας, για ακρωτηριασμό της σκέψης σε μία προσπάθεια να σπάσει τους νόμους της κανονικότητας.

“Η ποίηση που συνηθίσαμε να θεωρούμε ως έργο ιδιοφυΐας, ως προνόμιο της εξαιρετικής ευαισθησίας, ως μονοπώλιο ενός θιάσου ολίγων θεανθρώπων αλλάζει στρατόπεδο,” δήλωνε ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του Ελληνικού υπερρεαλισμού Εμπειρίκος για να συμπληρώσει “από την κλασική, ρομαντική, συμβολική, έντεχνη ή μη αναπαράσταση αισθημάτων, γίνεται σήμερα χάρη στο Σουρεαλισμό όχι μόνο ποίηση-μέσον έκφρασης, μα ποίηση-ενέργεια, ποίηση-λειτουργία του πνεύματος, ποίηση-ζωή.”

Η αποτύπωση στον καμβά ερωτικών αντικειμένων μέσα σ’ ένα καθ’ όλα ονειρικό περιβάλλον, η “αυτοαναιρετικότητα” της τέχνης του με την κάλυψη ανθρώπινων προσώπων και χαρακτηριστικών απογυμνώνει την αποξένωση του ανθρώπου μέσα στο αόρατο πλήθος. “Ό,τι βλέπουμε κρύβει ένα άλλο πράγμα, πάντα θέλουμε να δούμε τι είναι κρυμμένο πίσω από αυτό που βλέπουμε,” υποστήριζε καθώς χανόταν μέσα σε παιχνίδια αντίρροπων δυνάμεων, σε παιχνίδια φωτός και σκότους, αλήθειας και ψέματος, πραγματικότητας και πλάνης.

Το περίβλημα- φαίνεσθαι της τέχνης του καταρρίπτεται για να αποκαλύψει την ουσία- εἶναι, σε ένα παιχνίδι χρωμάτων και ιδεών άναρχα μονταρισμένων στους πίνακές του. Η παραφροσύνη της “αυτόματης γραφής” των υπερρεαλιστών αναπνέει μέσα στα έργα του για να σβήσει στις ετερόκλητες πραγματικότητες που συμβαδίζουν στους πίνακές του.

Le Jockey Perdu, 1942 (Photo Credits: renemagritte.org)

Με το αινιγματικό έργο του “Αυτό δεν είναι πίπα” ο Μαγκρίτ παρουσιάζοντας μία πίπα σαν μοντέλο διαφήμισης εμπορίας καπνού, ταλαντεύεται ανάμεσα στη λέξη και την εικόνα ως θεμελιώδη μέσα γλωσσικής επικοινωνίας, αποδεσμεύοντας το δισδιάστατο ζωγραφισμένο αντικείμενο- πίπα το οποίο από εσφαλμένη χρήση της γλώσσας μπορεί να θεωρηθεί αληθινό, “για να αναστήσει τον κοινό τόπο στην εικόνα και την γλώσσα,” όπως υπογράμμισε ο Φουκώ.

“Τοποθετώντας το σχέδιο της πίπας και τη διατύπωση που του χρησιμεύει ως λεζάντα στην καλά οριοθετημένη επιφάνεια ενός πίνακα πάνω σε ένα ξύλινο τρίεδρο χοντρό και στέρεο, ο Μαγκρίτ κάνει ό,τι χρειάζεται για να ανασυστήσει […] τον κοινό τόπο στην εικόνα και τη γλώσσα. Όμως, αυτή η επιφάνεια αμφισβητείται πάραυτα: Διότι η πίπα, την οποία ο Μαγκρίτ, με τόσες προφυλάξεις, είχε προσεγγίσει στο κείμενο, είχε εγκλείσει μαζί με αυτό το θεσμικό ορθογώνιο του πίνακα, να την που πέταξε: Είναι εκεί ψηλά, σε μια επίπλευση χωρίς σημείο αναφοράς, μην αφήνοντας ανάμεσα στο κείμενο και το σχέδιο, του οποίου θα έπρεπε να είναι ο σύνδεσμος και το σημείο σύγκλισης στον ορίζοντα, παρά μόνο ένα μικρό κενό χώρο, τη στενή αυλακιά της απουσίας της – κάτι σαν σημάδι χωρίς φυσική περιγραφή της διαφυγής της.

Ο κος Μέσος Όρος αποκαθηλώνει την τέχνη του για να την επαναπροσδιορίσει. Αυγά, πέτρες, καλυμμένα πρόσωπα και χαρακτηριστικά, καπέλα, ομπρέλες πρωταγωνιστούν στους πίνακές του. Ο Μαγκρίτ στα έργα του μεταχειρίζεται ασυνήθιστα αντικείμενα, τα οποία τοποθετεί σε άτοπα περιβάλλοντα, θεμελιώνοντας την τέχνη του στο δόγμα της ανυπαρξίας αξιωματικών σχέσεων μεταξύ λέξεων και πραγμάτων. “Το μη πραγματικό είναι το κέλυφος του πραγματικού,” το οποίο στην καλλιτεχνική σκέψη του Μαγκρίτ ισοδυναμεί με έναν άλυτο γρίφο. Μήπως ο Βέλγος βιρτουόζος επιχειρεί να συλλαβίσει τους όρους του γλωσσικού σημείου του γλωσσολόγου Saussure, καθώς ξεριζώνει τη λέξη από τα νοηματικά και αντικειμενικά συμφραζόμενά της;

See Also

Στον ανορθόδοξο κόσμο του Μαγκρίτ το αυγό ονομάζεται “ακακία”, το παπούτσι “φεγγάρι”, το καπέλο “χιόνι”, το κερί “οροφή”, το ποτήρι “θύελλα”, το σφυρί “έρημος” σε μία εναγώνια προσπάθεια να καταδείξει την ανυπαρξία έλλογης σχέσης ανάμεσα στο αντικείμενο και το όνομά του. Το όνομα παύει να προσδιορίζει το αντικείμενο. Το αντικείμενο απελευθερωμένο από τα δεσμά του ονόματος παλινωδεί στις ρίζες του.

Ο αντισυμβατικός, ειρωνικός κος Μέσος Όρος, σπουδαστής της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, πρώην σχεδιαστής αφισών και διαφημίσεων, “τεμαχίζει” τις ανησυχίες του, ακρωτηριάζοντας τις σκέψεις που φιλοξενούνται στη ζωγραφική του. “Η ζωγραφική μου είναι ορατές εικόνες που δεν κρύβουν κάτι – προκαλούν μυστήριο και, πράγματι, όταν κάποιος βλέπει έναν από τους πίνακές μου, θέτει στον εαυτό του αυτήν την απλή ερώτηση: “Tι σημαίνει αυτό;” Οι πίνακές μου δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο δε σημαίνει κάτι –  είναι απλώς άγνωστο,” διεμήνυε αναφερόμενος στους πίνακές του, πίνακες που μοιάζουν σαν καλλιτεχνικές αναλύσεις της  θεωρίας ονείρων του Φρόιντ.

Golconda, 1953 (Photo Credits: renemagritte.org)

Ζωγράφιζε πάντα μ’ ένα παλιό κοστούμι με γιλέκο, όπως οι άντρες-ήρωες στους πίνακές του. Στα 69 χρόνια ζωής του μαχόταν στο όνομα της ανεξαρτησίας και της πολυπόθητης ανεξιθρησκίας «ζωγραφίζοντας» τις σκέψεις του στον Ιδεατά υπερρεαλιστικό κόσμο του. Οι πίνακές του; Μα ο ίδιος ο παράδεισος ή το κολαστήριό του. Τα πινέλα του; Μνήμες, θύμησες βιαστικά τοποθετημένες στις “αδιάφορες” ορατές εικόνες του. Ο καμβάς του; Όλες οι ταλαντώσεις της “κυβισμένης” σκέψης του.

Όλη η πολυλογία της πραγματικότητας με τις διάφορες όψεις της εγκλωβισμένη στο ονειρικό, σχεδόν υπερ-λογικό περιβάλλον των έργων του. Ο εκκεντρικός υπερρεαλιστής Μαγκρίτ σκέφτεται σαν τον Αντρέ Μπρετόν, ζωγραφίζει υπό τις συμβάσεις του Πικάσο, καθώς γκρεμίζει μέσα από την αυθάδεια της τέχνης του, το στέρεο οικοδόμημα της καλλιτεχνικής κανονικότητας της εποχής, μίας κανονικότητας που μετεωρίζεται στις πολλαπλές πραγματικότητες των έργων του.

Κεντρική Φωτογραφία: Rene Magritte and the Barbarian, 1938 (Photo Credits: Latrobe Regional Gallery)

View Comments (0)
Scroll To Top